«Προτιμώ την τρέλα των μαθητών και όχι τη μιζέρια κάποιων εκπαιδευτικών. Αν δεν δώσεις τον εαυτό σου στο σχολείο, δεν γίνεσαι εκπαιδευτικός». Μιλούσε με πάθος και με ένταση. Υπερασπιζόταν τον παιδαγωγικό ρόλο των εκπαιδευτικών, τη βασική αποστολή τους που είναι οι μαθητές, η διαπαιδαγώγησή τους και η κοινωνικοποίησή τους.
«Ναι θα διδάσκουμε με επιμέλεια και με ευθύνη τα γνωστικά αντικείμενα. Αλλά οφείλουμε να βλέπουμε τα παιδιά, τον κόσμο τους, τα όνειρά τους και τους φόβους τους, τις φιλοδοξίες τους και τις αβεβαιότητές τους. Σε έναν κόσμο ταραγμένο γεμάτο με προκλήσεις αλλά και με εντάσεις και με ανισότητες, με σκοταδισμούς και ανορθολογισμούς είμαστε στην πρώτη γραμμή για να τους ενθαρρύνουμε στα σχέδιά τους, να τους καλλιεργήσουμε τον ορθολογισμό και την κριτική σκέψη τους, να μην μπορούν να χειραγωγηθούν, να συμμετέχουν στους κοινωνικούς και συλλογικούς αγώνες. Να γίνουν πολίτες με άποψη για τη ζωή τους».
Χείμαρρος κάθε φορά που άκουγε τυποποιημένα λόγια και παλιά στερεότυπα. Αντιπαρατίθεται στο σχολείο της σε κάθε μεμψιμοιρία. Δεν στέκεται στα μεγάλα και άλυτα προβλήματα των σχολείων και των εκπαιδευτικών. Νιώθει την ανάγκη αλλά και την ευθύνη να προσφέρει πέραν των τυπικών υποχρεώσεών της. Οργανώνει Λέσχη Ανάγνωσης, καλεί γνωστούς συγγραφείς για να ενισχύσουν την προσπάθειά της, για να εμπνεύσουν τα παιδιά της. Τα πηγαίνει σε εκδρομές. Γλεντάει και χορεύει μαζί τους. Παρακολουθεί τις μουσικές τους επιλογές.
Μαθαίνει για τις νοοτροπίες τους, για το λεξιλόγιό τους. Ξέρει πολύ καλά ότι παράλληλα με τη θεσμική κουλτούρα της εκπαίδευσης και των εκπαιδευτικών, υπάρχει και μια ιδιαίτερη κουλτούρα των μαθητών, και πρέπει να γνωρίζεις βασικά της στοιχεία για να μπορείς να ερμηνεύεις – και επομένως να καθοδηγείς παιδαγωγικά – τις νοοτροπίες τους και τις θεωρήσεις τους. Αλλοίμονο αν ένας εκπαιδευτικός που υπήρξε μαθητής πριν από μισόν αιώνα – για παράδειγμα –, να μένει στα δικά του νεανικά βιώματα και να μην παρακολουθεί έστω γενικά τις τάσεις στους κόλπους της νεολαίας. Απλά θα είναι εκτός πραγματικότητας, και θα επιδίδεται σε ένα στεγνό μάθημα αγνοώντας κάθε παιδαγωγική και κοινωνική ευθύνη του.
Κάνει παρέα με τα παιδιά στα διαλείμματα. Κουβεντιάζει μαζί τους ό,τι δεν προλαβαίνουν στην αίθουσα. Τα συμβουλεύει με έναν αυτοκριτικό τρόπο, με σχετικότητα στις απόψεις της. Απλά αγαπάει το σχολείο και τους μαθητές. Ακούει τα παράπονά τους και προσπαθεί να τους πείσει ότι δεν είναι έτσι τα πράγματα. Για ποιο λόγο; «Αγαπάτε περισσότερο το δεύτερο – τμήμα», της λένε και απαιτούν να πει το αντίθετο. «Αγαπάω όλα τα παιδιά. Δεν υπάρχει περισσότερη και λιγότερη αγάπη στην παιδαγωγική», τους απαντάει και τους πείθει.
Το να είσαι κοντά στα παιδιά δεν σημαίνει ότι δεν κρατάς απόσταση, ότι δεν διατηρείς την παιδαγωγική σχέση – αντίθετα της δίνεις ουσιαστικό περιεχόμενο, τη ζωντανεύεις. Έχει ένα μυστικό. «Αν δεν είσαι αυθεντικός, αν καμώνεσαι ότι είσαι κάποιος άλλος – και μάλλον πιο καλός -, τα παιδιά το αντιλαμβάνονται και αλλοίμονό σου. Σε έχουν κάψει. Δεν σε εκτιμούν. Τελείωσες».
Το άρθρο είναι εμπνευσμένο από μια συζήτηση με μια συναδέλφισσα μαθηματικό, που έχει πάθος για το σχολείο και για τη διαπαιδαγώγηση. Και θεωρώ ότι αυτοί οι εκπαιδευτικοί προσφέρουν στο σχολείο και στα παιδιά, στους γονείς και στην κοινωνία τα μέγιστα. Επιπλέον ενισχύουν τον ρόλο των εκπαιδευτικών ως ανήσυχων και δημιουργικών παιδαγωγών και συνεργούν ακόμα στην ενίσχυση των συλλογικών αιτημάτων του κλάδου τους.
* Ο Νίκος Τσούλιας, πρώην πρόεδρος της Ομοσπονδίας Λειτουργών Μέσης Εκπαίδευσης (ΟΛΜΕ)
Πατήστε εδώ και δείτε τα 451 προηγούμενα άρθρα του Νίκου Τσούλια