Έξω λυσσομανούσε ο βοριάς. Ευχάριστη πύρα απλωνόταν στην αίθουσα, όπου έκαιγε η ξυλόσομπα. Οι επιμελητές της Έκτης φρόντιζαν να την τροφοδοτούν ακατάπαυστα. Κάθε μαθητής ερχόταν το πρωί κουβαλώντας μαζί με τη «μαρούδα» του κι ένα ξύλο από το σπίτι. Οι μαθητές της Δευτέρας και της Πέμπτης τάξης είχαν σκύψει πάνω στα θρανία τους και έλυναν τις ασκήσεις τους. Από τον τοίχο ολόγυρα, τους συντρόφευαν στο έργο τους οι αυστηρές μορφές του Κολοκοτρώνη και του Αντρούτσου, του Παλαιών Πατρών Γερμανού, του Μιαούλη και του Καραϊσκάκη, της Μπουμπουλίνας και του Διάκου. Η Έκτη τάξη είχε Ιστορία. Οι επιμελητές είχαν κρεμάσει στον τοίχο τον χάρτη. Ο Δάσκαλος αφήνει την έδρα και ορθός δείχνοντας με τον χάρακα, αρχίζει να εξιστορεί το σχέδιο των Τούρκων για την κατάπνιξη της Επανάστασης:

– Δυο στρατιές ετοίμασε ο Χουρσίτ πασάς από το Γιάννενα, όπου πολιορκούσε τον Αλή πασά. Η πρώτη με τον Κεχαγιάμπεη πέρασε από τη δυτική Ρούμελη και έφτασε στην Τρίπολη, που την πολιορκούσε ο Κολοκοτρώνης. Η δεύτερη, με τους Ομέρ Βρυώνη και Κιοσέ Μεχμέτ θα πέρναγε από την ανατολική Ρούμελη, θα χτυπούσε τις επαναστατικές εστίες και θα κατέβαινε στον Μοριά. Μα στην Αλαμάνα τους περίμενε ο Διάκος με τα παλληκάρια του…

Ζωντάνευαν μπροστά στα παιδιά οι μάχες της Αλαμάνας και της Γραβιάς, πέταγαν φλόγες τα μάτια του Δασκάλου καθώς ιστορούσε τη μαρτυρική θυσία του Διάκου, παθιαζόταν ο ίδιος και οι μαθητές της Έκτης με την ψυχωμένη αντίσταση του Οδυσσέα Αντρούτσου και των παλληκαριών του στο Χάνι της Γραβιάς… Αλλά και τα παιδιά των άλλων τάξεων, συνεπαρμένα από την αφήγηση του Δασκάλου, άφηναν τις ασκήσεις τους και ταξίδευαν στα χρόνια του Ξεσηκωμού… Και στο διάλειμμα, τα αγόρια χωρίζονταν σε… Έλληνες και Τούρκους – πάντα Τούρκοι ήταν οι μικρότεροι! – και αναπαρίσταναν τις μάχες που λίγο πριν είχαν ακούσει!

Ήταν ο Δάσκαλός μας. Με το έργο του έγραψε ένα κομμάτι της ιστορίας του χωριού μας. Δίδαξε στους μαθητές του όχι μόνο γνώσεις αλλά και ήθος, αγάπησε και αγαπήθηκε, λατρεύτηκε μα και κατατρέχτηκε, στάθηκε ορθός σε δύσκολους καιρούς «πασχίζοντας προσεκτικά τον νόμο με το έργο σε αρμονία να κρατήσει».

Όταν ήρθε στο χωριό, ήταν ήδη δεμένος μ’ αυτό: το ταίρι του ήταν χωριανή μας, δασκάλα και αυτή. Θητεύοντας στον τόπο μας, εμφύσησε νέα πνοή στη σχολική ζωή. Πρακτικός άνθρωπος ο ίδιος, ανασκουμπώθηκε και γρήγορα το σχολείο άλλαξε όψη. Επισκεύασε το σχολικό κτίριο, περιέφραξε τον εκτεταμένο αύλειο χώρο και το γήπεδο, ενώ, με δωρητές τον παπα-Χρήστο Τύμπα και τον μπάρμπα Νάκο Τύμπα, κατασκεύασε μεγάλη σιδερένια πόρτα με το όνομα του σχολείου. Παράλληλα διαμόρφωσε τον σχολικό κήπο και έφτιαξε το ηρώο, όπου κάθε μέρα γινόταν η έπαρση και η υποστολή της Σημαίας και ψαλλόταν ο Εθνικός Ύμνος. Όλα αυτά με τη βοήθεια των μαθητών του και την αφιλόκερδη συμμετοχή  χωριανών.

Το σπουδαιότερο όλων όμως είναι η δημιουργία Σχολικής Βιβλιοθήκης με 226 τόμους βιβλίων! Ό,τι πιο εκλεκτό κυκλοφορούσε τότε στο χώρο του παιδικού βιβλίου. Ο Γεροστάθης, του Λέοντος Μελά, τα βιβλία του Ιουλίου Βερν, η σειρά «Τα αγαπημένα βιβλία» από τις εκδόσεις Ατλαντίς – Πεχλιβανίδη, οι βιογραφίες των Ηρώων του Εικοσιένα από τον σπουδαίο λογοτέχνη και ιστοριοδίφη Τάκη Λάππα, όλα αυτά  και πολλά ακόμα, μας ταξίδευαν σε κόσμους μαγικούς και ονειρεμένους! Με συγκίνηση θυμόμαστε το βράδυ που μας κάλεσε τους δυο μας στο σπίτι της θεια- Μήτσαινας, όπου έμενε, και μας δώρισε από ένα τόμο του «Θησαυρού Γνώσεων» του Μηχιώτη!

Κοντά εκατό παιδιά τότε στο σχολείο δεν ήταν λίγα. Η επέτειος της 25η Μαρτίου ήταν ξεχωριστό γεγονός για το χωριό. Ένα μήνα πριν ο Δάσκαλος, μαζί με τους μαθητές έφτιαχναν τη «Σκηνή». Μαραγκός ο ίδιος και καλφούδια οι μαθητές. Έκαναν τις πρόβες για τα ποιήματα και τα «θεατρικά», έφερναν βάγια από το βουνό και δαφνοστεφάνωναν τα πορτραίτα των Ηρώων.  Κι ανήμερα της γιορτής, οι χωριανοί γέμιζαν την  αίθουσα και όσοι δεν χωρούσαν κρέμονταν από τα παράθυρα για να ακούσουν και να δουν τις «αψιμαχίες» του Κολοκοτρώνη με τον Δράμαλη και του Καραϊσκάκη με τον Μουσταφάμπεη!…

 Ήταν αυστηρός μα δίκαιος, ενίοτε ασυνήθιστα σκληρός στο έργο του. Χρόνια αργότερα, όταν ήρθε από τη Γερμανία – όπου είχε υπηρετήσει κι όπου είχε εντρυφήσει στους θεωρητικούς της Σχολής της Φρανκφούρτης – θα εξομολογηθεί με αυτοκριτική διάθεση: αν είχα μελετήσει νωρίτερα τον Μαρκούζε και τον Φρομ, αλλιώς θα πορευόμουν

Μα έτυχε και σε χρόνια δύσκολα ο Δάσκαλός μας. Η δικτατορία δεν άφηνε πολλά περιθώρια σε ανήσυχα πνεύματα, σε δασκάλους που ήξεραν και ήθελαν να δώσουν στα παιδιά κάτι παραπάνω από εκείνα που όριζαν τα σχολικά βιβλία. Και ο Δάσκαλός μας ασφυκτιούσε σε ένα τέτοιο κλίμα. Πάντοτε, ωστόσο, έβρισκε τον τρόπο να παρακάμπτει τα εμπόδια και να μας περνάει τα μηνύματά του. Τον βλέπαμε στα διαλείμματα, που τραβούσαν σε μάκρος, να κουβεντιάζει με τον Αλέκο τον ταχυδρόμο ή με τον μπάρμπα Περικλή – αταλάντευτα δημοκρατικό και κεντρώο. Εμείς, μικρά παιδιά, απορούσαμε: τι λέγανε με τις ώρες; Αργότερα, σαν μεγαλώσαμε, ξεδιαλύναμε τα… μυστήρια των παιδικών μας χρόνων: και τους τρεις τους σιγότρωγε ο πόθος για μια δημοκρατική και δίκαιη κοινωνία. Δεν έλειψαν και οι άστοχες ενέργειες σε βάρος του Δασκάλου. Η γλώσσα κόκαλα δεν έχει… Αφηγείται ο ίδιος: «… πίκρα και πόνο μας πότισαν σαν αντάλλαγμα των προσπαθειών μας σε τούτο τον τόπο… Συγχωρήσαμε, αλλά η θλίψη και το παράπονο είναι βαθειά ριζωμένα…».

Αν ο άλλος μεγάλος Δάσκαλος, ο Κώστας Βάρσος, άνοιξε προπολεμικά δρόμους στο χωριό, ο Δάσκαλός μας τους πλάτυνε με το έργο και τη δράση του. Γιατί ήταν από εκείνη τη στόφα των παιδαγωγών που έχουν κάτι από το πάθος του Ρήγα, από τη φλόγα του Πατροκοσμά και από την ταπεινοσύνη του «Γυφτοδάσκαλου».

Πολυγραφότατος (ξεχωρίζουμε τα δυο του βιβλία: το πρώτο για τη γενέτειρά του τη Χόμορη, το άλλο για το δεύτερο χωριό του, το Τρίκορφο), μαχητικός και ασυμβίβαστος, ενεργός πολίτης, με τις νίκες, τις ήττες και τις διαψεύσεις του. Με ακατάβλητη θέληση και πάθος εφηβικό – μεγάλος πια – θα μάθει, πιο καλά θα αριστεύσει στη χρήση της ψηφιακής τεχνολογίας! Και συνταξιούχος θα δουλέψει την τέχνη του ξυλουργού έτσι που θα τον ζήλευαν οι καλύτεροι τεχνίτες του είδους! Σήμερα, στην ένατη δεκαετία της ζωής του, με την άξια συντρόφισσά του τη Λεμονιά, με τα παιδιά και τα εγγόνια δίπλα του, παραμένει αυτό που ήταν πάντα: ένα ανήσυχο πνεύμα, ένας μαχητής που έχει ως μότο στο ιστολόγιό του: Για το δίκιο πάλεψε!

Χρόνια μετά, Δάσκαλε, σου τα γράφουμε αυτά. Με καθυστέρηση. Μα εσύ, όσες φορές βρισκόμασταν στο χωριό, μας καταλάβαινες. Πολλά τα «ευχαριστώ» που θέλαμε να σου πούμε, πολλά αυτά που θα θέλαμε να κουβεντιάσουμε. Μα πολλές και οι βιοτικές φροντίδες που μας ξεστράτιζαν από το χρέος – ή μήπως κι αυτές είναι πάντα μια πρόφαση; Ας είναι. Θαρρώντας πως με το λόγο μας διερμηνεύουμε τα αισθήματα και τόσων άλλων συμμαθητών και χωριανών μας, θα θέλαμε σήμερα να σε ευχαριστήσουμε για όσα μας πρόσφερες, γιατί εσύ, φυτουργός και σπορέας του λόγου, σμίλεψες τις ψυχές μας και φώτισες το νου μας.

Οι περήφανοι δάσκαλοι στάθηκαν πάντα η εξαίρεση λέει ο τραγικός Λιαντίνης. Και συ Δάσκαλε ανήκεις σ΄ αυτές τις εξαιρέσεις. Και κάνεις και μας περήφανους για σένα!

Σεβαστέ και αγαπημένε μας Δάσκαλε, Αντώνη Δρόσο, ν’ ακούμε πάντα καλά τ’ όνομά σου!

* Ο Νίκος Χαλαζιάς είναι φιλόλογος
** Η Αγγελική Δανιήλ δραστηριοποιείται στο χώρο της εστίασης

Δείτε φωτογραφικό υλικό που μας πρόσφεραν οι συγγραφείς του άρθρου