Πέρα από τις επικοινωνιακές ανακοινώσεις: Η ανάγκη για ένα Εθνικό Σχέδιο Σχολικών Υποδομών με διαφάνεια, κοινωνική δικαιοσύνη και κρατική ευθύνη.
Η ανακοίνωση της Β’ φάσης του προγράμματος «Μαριέττα Γιαννάκου», που αφορά την ανακαίνιση 238 σχολείων και σχολικών συγκροτημάτων σε 132 Δήμους της χώρας, επαναφέρει στο προσκήνιο ένα ζήτημα που δεν μπορεί πλέον να κρύβεται πίσω από κυβερνητικές ανακοινώσεις, επικοινωνιακές τελετές και αποσπασματικές παρεμβάσεις. Το ζήτημα των σχολικών υποδομών στην Ελλάδα είναι βαθύ, διαχρονικό και απολύτως πολιτικό.
Κανείς δεν μπορεί να υποτιμήσει την αξία οποιασδήποτε παρέμβασης βελτιώνει την καθημερινότητα μαθητών και εκπαιδευτικών. Κάθε σχολείο που γίνεται ασφαλέστερο, λειτουργικότερο, πιο προσβάσιμο και πιο αξιοπρεπές, είναι μια θετική εξέλιξη για την τοπική κοινωνία και την εκπαιδευτική κοινότητα. Το ερώτημα, όμως, είναι άλλο. Μπορεί μια περιορισμένη δέσμη ανακαινίσεων να παρουσιαστεί ως ολοκληρωμένη πολιτική για τις σχολικές υποδομές της χώρας; Μπορεί η κρατική ευθύνη να υποκαθίσταται από δωρεές, χορηγίες και μεμονωμένα προγράμματα; Μπορεί η Παιδεία να πορεύεται χωρίς εθνικό σχέδιο, χωρίς πλήρη καταγραφή των αναγκών, χωρίς διαφάνεια στα κριτήρια επιλογής, χωρίς προτεραιότητα εκεί όπου οι ανάγκες είναι μεγαλύτερες;
Η απάντηση είναι καθαρή. Όχι.
Η κυβέρνηση οφείλει να εξηγήσει με ποια κριτήρια επιλέχθηκαν τα σχολεία που εντάσσονται στη Β’ φάση. Οφείλει να απαντήσει αν προηγήθηκε ουσιαστική τεχνική, παιδαγωγική και λειτουργική χαρτογράφηση των σχολικών μονάδων. Αν ελήφθησαν υπόψη η παλαιότητα των κτιρίων, η σεισμική επάρκεια, η προσβασιμότητα για μαθητές με αναπηρία, η ενεργειακή κατάσταση, η ασφάλεια των αύλειων χώρων, οι ανάγκες εργαστηρίων, οι συνθήκες υγιεινής, οι επιπτώσεις φυσικών καταστροφών και η πραγματική αδυναμία πολλών Δήμων να σηκώσουν οικονομικά το βάρος ακόμη και βασικών εργασιών συντήρησης.
Η ίδια η κατανομή των σχολείων ανά Περιφέρεια δημιουργεί εύλογα ερωτήματα. Όταν η Αττική συγκεντρώνει 106 σχολικές μονάδες, από τις οποίες μόλις 10 στον Δήμο Αθηναίων, 9 στον Κεντρικό Τομέα Αθηνών, 16 στον Βόρειο Τομέα Αθηνών, 11 στον Νότιο Τομέα Αθηνών, 17 στον Δυτικό Τομέα Αθηνών, 18 στην Ανατολική Αττική, 12 στη Δυτική Αττική και 13 στον Πειραιά, ενώ την ίδια στιγμή μόλις 5 σχολεία έχουν επιλεγεί στο Βόρειο Αιγαίο, 6 στο Νότιο Αιγαίο και 5 στα Νησιά του Ιονίου, η κυβέρνηση δεν μπορεί να αρκείται σε γενικόλογες διατυπώσεις. Άξιο αναφοράς είναι, επίσης, ότι σε ολόκληρη τη Δυτική Μακεδονία έχουν επιλεγεί μόλις 4 σχολεία, στην Ήπειρο 5, στη Στερεά Ελλάδα 7, σε ολόκληρη την Πελοπόννησο 19, στη Θεσσαλονίκη 21, ενώ στην Κρήτη μόλις 14, με την εξαίρεση μικρομεσαίων Δήμων που μάλιστα είχαν πληγεί και από μεγάλες φυσικές καταστροφές, όπως η Εύβοια, το Αρκαλοχώρι Ηρακλείου, αλλά και σε άλλους μικρότερους Δήμους. Η ισότητα στην εκπαίδευση δεν αφορά μόνο το αναλυτικό πρόγραμμα, τους διορισμούς ή τα βιβλία. Αφορά και το ίδιο το σχολικό κτίριο. Το αν ένα παιδί φοιτά σε ασφαλή αίθουσα ή σε πρόχειρη κατασκευή. Το αν έχει προσβασιμότητα σε κάθε χώρο. Το αν η αυλή του σχολείου του είναι ασφαλής. Το αν το σχολείο του χωριού, του νησιού ή της ορεινής κοινότητας αντιμετωπίζεται ως ισότιμο κομμάτι της δημόσιας εκπαίδευσης ή ως περιφερειακή υποσημείωση.
Ιδίως για τους μικρούς, μεσαίους, ορεινούς, αγροτικούς και νησιωτικούς Δήμους, το θέμα είναι κρίσιμο και ζήτημα ισονομίας. Η συντήρηση ενός σχολείου σε μια απομακρυσμένη περιοχή δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια. Είναι όρος κοινωνικής συνοχής. Είναι προϋπόθεση για να μείνουν οικογένειες στον τόπο τους. Είναι δικαίωμα ισότιμης ποιοτικής πρόσβασης στην εκπαίδευση. Είναι μήνυμα ότι το κράτος δεν εγκαταλείπει την περιφέρεια, δεν αντιμετωπίζει την ύπαιθρο ως δεύτερη ταχύτητα, δεν θεωρεί τα παιδιά των μικρών κοινοτήτων λιγότερο άξια δημόσιας φροντίδας.
Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η εικόνα στην Ειδική Αγωγή. Η ένταξη μόλις 5 ειδικών σχολείων στη Β’ φάση του προγράμματος δεν μπορεί να θεωρηθεί σοβαρή απάντηση στις ανάγκες ενός πεδίου που απαιτεί αυξημένη θεσμική μέριμνα. Τα ειδικά σχολεία, τα ΕΝΕΕΓΥΛ, τα ΕΕΕΕΚ και συνολικά οι δομές που στηρίζουν μαθητές με αναπηρία ή και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες δεν χρειάζονται απλώς φρεσκάρισμα τοίχων. Χρειάζονται χώρους ασφαλείς, προσβάσιμους, παιδαγωγικά κατάλληλους, με υποστηρικτικές υποδομές, θεραπευτικούς χώρους, λειτουργικές αυλές, εξοπλισμό, δυνατότητα μετακίνησης και συνθήκες που σέβονται πραγματικά τις ανάγκες των παιδιών.
Η συμπερίληψη δεν είναι σύνθημα για ομιλίες. Δεν είναι λέξη που προστίθεται σε δελτία τύπου. Είναι υποχρέωση του κράτους να διαμορφώνει σχολικά περιβάλλοντα στα οποία όλα τα παιδιά μπορούν να μαθαίνουν, να συμμετέχουν, να κινούνται, να κοινωνικοποιούνται και να νιώθουν ασφαλή. Και αυτή η υποχρέωση δεν μπορεί να εξαντλείται σε μερικές εντάξεις σχολείων ανά φάση προγράμματος. Τι απέγιναν άραγε οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης; Αξιοποιήθηκαν μόνο σε λαχανόκηπους;
Πέρισυ το Πρόγραμμα Μαριέτα Γιαννάκου είχε μόλις 180.000.000€. Φέτος μόλις 100.000.000€.
Η δημόσια Παιδεία χρειάζεται κάτι πολύ πιο σοβαρό από αποσπασματικές εργολαβίες. Χρειάζεται ουσιαστική τεχνική, παιδαγωγική και λειτουργική αποτύπωση των αναγκών των σχολικών μονάδων της χώρας. Χρειάζεται αξιολόγηση των κτιρίων ως προς τη σεισμική ασφάλεια, την προσβασιμότητα, την ενεργειακή απόδοση, την υγιεινή, την ασφάλεια των αύλειων χώρων και την παιδαγωγική τους επάρκεια. Χρειάζεται διαφανή κριτήρια προτεραιοποίησης, ώστε να γνωρίζουν οι πολίτες γιατί εντάσσεται ένα σχολείο και γιατί μένει εκτός ένα άλλο. Χρειάζεται δεσμευτικό χρονοδιάγραμμα, πολυετή δημόσια χρηματοδότηση και θεσμική συνεργασία με την Τοπική Αυτοδιοίκηση.
Ιδιαίτερη απάντηση απαιτείται και για τα συστεγαζόμενα σχολεία. Σε πολλές περιοχές της χώρας, ένα σχολικό κτίριο δεν στεγάζει μόνο μία σχολική μονάδα. Φιλοξενεί δύο ή και περισσότερα σχολεία, συχνά διαφορετικών βαθμίδων, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις στον ίδιο χώρο λειτουργούν και νηπιαγωγεία. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η κυβέρνηση οφείλει να διευκρινίσει πώς υπολογίζεται η χρηματοδότηση, πώς κατανέμονται τα κονδύλια, αν οι παρεμβάσεις αφορούν ολόκληρο το σχολικό κτίριο ή μόνο τις αίθουσες και τους χώρους που αντιστοιχούν στη σχολική μονάδα που έχει επιλεγεί. Γιατί όταν ένα κτίριο φιλοξενεί και δεύτερη σχολική μονάδα ή νηπιαγωγειο, η ασφάλεια, η προσβασιμότητα, οι χώροι υγιεινής, οι αύλειοι χώροι, οι είσοδοι, οι διάδρομοι, οι κοινόχρηστοι χώροι και οι υποδομές δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται αποσπασματικά. Δεν μπορεί η μία σχολική μονάδα να εμφανίζεται ενταγμένη και η άλλη, που λειτουργεί μέσα στο ίδιο κτίριο, να μένει ουσιαστικά εκτός σχεδιασμού.
Το ΠΑΣΟΚ έχει μιλήσει καθαρά για την ανάγκη αύξησης της δημόσιας δαπάνης για την Παιδεία, με στόχο τη σύγκλιση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Έχει θέσει στο κέντρο την ασφάλεια και την προσβασιμότητα των σχολικών υποδομών, τον εκσυγχρονισμό στον υλικοτεχνικό εξοπλισμό τους, με σύγχρονα εργαστήρια και ερευνητικά κέντρα μάθησης, την κατάργηση των κοντέινερ, τη στήριξη της Ειδικής Αγωγής, την ενίσχυση του ολοήμερου σχολείου, το μόνιμο και επαρκές προσωπικό, την πλήρη στελέχωση και την αποσυμφόρηση των δομών διάγνωσης, αξιολόγησης και υποστήριξης, την ουσιαστική μέριμνα για μαθητές και οικογένειες. Αυτές οι πολιτικές δεν είναι αποσπασματικές τεχνικές διορθώσεις. Είναι ο πυρήνας μιας προοδευτικής αντίληψης για το δημόσιο σχολείο.
Η κυβέρνηση, αντί να εμφανίζει κάθε επιμέρους εργολαβία ως μεταρρύθμιση, οφείλει να απαντήσει συγκεκριμένα. Υπάρχει ολοκληρωμένη καταγραφή των σχολικών υποδομών; Έχουν αξιολογηθεί όλα τα σχολικά κτίρια; Ποια σχολεία έμειναν εκτός παρά τις επείγουσες ανάγκες τους; Πότε θα ενταχθούν οι υπόλοιπες μονάδες; Τι ισχύει για τα συστεγαζόμενα σχολεία και τις σχολικές μονάδες που λειτουργούν στο ίδιο κτίριο; Οι παρεμβάσεις αφορούν το σύνολο του κτιρίου ή μόνο τη μονάδα που έχει επιλεγεί; Πώς διασφαλίζεται ότι οι εργασίες δεν θα περιοριστούν σε επιφανειακές παρεμβάσεις, αλλά θα απαντούν σε ουσιαστικά ζητήματα ασφάλειας, προσβασιμότητας και λειτουργικότητας;
Το δημόσιο σχολείο δεν μπορεί να περιμένει κάθε φορά έναν χορηγό για να αποκτήσει αξιοπρεπείς αίθουσες. Η Παιδεία δεν μπορεί να εξαρτάται από τη φιλανθρωπία, όσο χρήσιμη κι αν είναι κάθε δωρεά. Η κρατική ευθύνη δεν εκχωρείται. Δεν μεταβιβάζεται. Δεν αντικαθίσταται από επικοινωνιακές κορδέλες.
Αυτό που χρειάζεται η χώρα είναι ένα ολοκληρωμένο Εθνικό Σχέδιο Σχολικών Υποδομών. Με σταθερή δημόσια χρηματοδότηση. Με διαφάνεια. Με κοινωνικά δίκαια κριτήρια. Με προτεραιότητα στις ευάλωτες περιοχές, στην περιφέρεια, στα νησιά, στις ορεινές κοινότητες, στις περιοχές που έχουν πληγεί από φυσικές καταστροφές. Με ειδική πρόβλεψη για την Ειδική Αγωγή. Με δημόσιο έλεγχο στην πορεία υλοποίησης.
Το σχολικό κτίριο δεν είναι ένα τεχνικό κουτί. Είναι ο χώρος όπου ένα παιδί μαθαίνει, κοινωνικοποιείται, προστατεύεται, ονειρεύεται. Είναι μέρος της παιδαγωγικής διαδικασίας. Είναι δείκτης του τρόπου με τον οποίο η Πολιτεία αντιλαμβάνεται την ισότητα, την αξιοπρέπεια και το δικαίωμα κάθε παιδιού στη γνώση.
Για εμάς, κάθε παιδί, σε κάθε πόλη, χωριό, νησί και γειτονιά της χώρας, έχει δικαίωμα σε ένα δημόσιο σχολείο ασφαλές, προσβάσιμο, σύγχρονο και αξιοπρεπές. Όχι μόνο τα σχολεία που χωρούν σε μια κυβερνητική ανακοίνωση. Όχι μόνο όσα εντάσσονται σε μια φάση ενός προγράμματος. Όλα τα σχολεία. Όλα τα παιδιά. Όλες οι οικογένειες.
Η δημόσια Παιδεία δεν χρειάζεται αποσπασματική διαχείριση. Χρειάζεται σχέδιο, χρηματοδότηση, διαφάνεια, κοινωνική δικαιοσύνη και πολιτική ευθύνη. Αυτό είναι το χρέος της Πολιτείας. Και αυτό είναι το προοδευτικό σχέδιο που οφείλει να υπηρετήσει η χώρα για το δημόσιο σχολείο του 21ου αιώνα.
* Η Σοφία Πουλοπούλου είναι εκπαιδευτικός, Διδάκτωρ Ειδικής Αγωγής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας , Πολιτεύτρια Α’ Αθήνας και Αναπλ. Γραμματέας Ειδικής Αγωγής του Τομέα Παιδείας ΠΑΣΟΚ-Κίνημα Αλλαγής