Η Δημοκρατική Συνεργασία Εκπαιδευτικών Π.Ε (ΔΗ.ΣΥ.) φέρνει στο προσκήνιο έναν από τους πιο κρίσιμους προβληματισμούς για το μέλλον της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης, προειδοποιώντας ότι η αλματώδης είσοδος της Τεχνητής Νοημοσύνης στο σχολείο δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως μια απλή τεχνολογική καινοτομία. Όπως επισημαίνει, πίσω από τις μεγάλες υποσχέσεις για εκσυγχρονισμό, αποτελεσματικότητα και ψηφιακή μετάβαση, αναδύονται κρίσιμα ερωτήματα για τον ίδιο τον χαρακτήρα της εκπαίδευσης, τον ρόλο του εκπαιδευτικού και τη θέση του παιδιού μέσα στη μαθησιακή διαδικασία.
Στην παρέμβασή της, η ΔΗ.ΣΥ. ξεκαθαρίζει ότι η ΤΝ μπορεί να λειτουργήσει μόνο υποστηρικτικά και όχι ως μηχανισμός υποκατάστασης της παιδαγωγικής σχέσης. Τονίζει ότι χωρίς σαφές θεσμικό πλαίσιο, ουσιαστική επιμόρφωση, προστασία των προσωπικών δεδομένων και δημοκρατικό παιδαγωγικό σχεδιασμό, ο κίνδυνος είναι το σχολείο να μετατραπεί σταδιακά σε χώρο αυτοματοποίησης, ελέγχου και κατηγοριοποίησης. Το πραγματικό διακύβευμα, σύμφωνα με την παράταξη, δεν είναι πόσα μπορεί να κάνει η τεχνολογία, αλλά αν η εκπαίδευση θα συνεχίσει να υπηρετεί τον άνθρωπο και όχι τους αλγόριθμους.
Αναλυτικά η ανακοίνωση της ΔΗ.ΣΥ.
«Η Τεχνητή Νοημοσύνη (ΤΝ) είναι πιθανώς η μεγαλύτερη επανάσταση του 21ου αιώνα. Διανύει στις μέρες μας ένα πρώτο νηπιακό στάδιο, αλλά στα αμέσως επόμενα χρόνια και ιδίως στις ερχόμενες δεκαετίες θα πολλαπλασιάσει σε απροσμέτρητο βαθμό τις δυνατότητές της. Θα μεγαλώσουν επομένως τόσο οι ευκαιρίες όσο και οι απειλές που ταυτόχρονα περιέχει, τις οποίες στο κοντινό μέλλον θα κληθούν να αντιμετωπίσουν οι αυριανοί ενήλικοι.
Το πώς θα τιθασεύσουμε την πρωτόγνωρη όσο και τεράστια δύναμη αυτής της συναρπαστικής τεχνολογίας, δηλαδή το ποια θα είναι η ηθική της Τεχνητής Νοημοσύνης, είναι ένα από τα πιο φλέγοντα ζητήματα του καιρού μας. Θα αποτελέσει ένα από τα κεντρικά αντικείμενα διδασκαλίας, το οποίο οφείλουν αυτοί που χαράζουν την εκπαιδευτική πολιτική να διαμορφώσουν με τη μεγαλύτερη προσοχή. Η εκπαίδευση είναι το σημαντικότερο πεδίο πάνω στο οποίο θα πρέπει να εδραιώσουμε τόσο τις πολλαπλές ωφέλειες που προκύπτουν μέσα από τον κοινωνικό μετασχηματισμό που επιφέρει η έλευση της Τεχνητής Νοημοσύνης όσο και εκείνες τις ενδεδειγμένες άμυνες που θα αποτρέψουν τις διαγραφόμενες οδυνηρές τεχνολογικές παρεκτροπές.
Η είσοδος της Τεχνητής Νοημοσύνης στον χώρο της εκπαίδευσης αποτελεί ένα από τα πιο σύνθετα και κρίσιμα ζητήματα της σύγχρονης παιδαγωγικής συζήτησης. Η Πολιτεία οφείλει να μεριμνήσει ώστε να εκπαιδευτούν οι πολίτες στη σωστή εφαρμογή της Τεχνητής Νοημοσύνης σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης από την πρωτοβάθμια μέχρι την τριτοβάθμια και την εκπαίδευση των ενηλίκων. Τα κράτη που δεν θα κινηθούν προς αυτή την κατεύθυνση θα μείνουν ουραγοί πολιτιστικά, οικονομικά, επιστημονικά.
Σύμφωνα με όλες τις παιδαγωγικές έρευνες, επιτακτική ανάγκη είναι η εκπαιδευτική πολιτική της εποχής μας να έχει ως αταλάντευτο στόχο να καλλιεργήσει στους μαθητές και στις μαθήτριες τις ήπιες δεξιότητες, όπως η κριτική αντίληψη, η φαντασία, η δημιουργικότητα, η επικοινωνία, η συναισθηματική σταθερότητα, η ενσυναίσθηση, η υπευθυνότητα. Οι ήπιες δεξιότητες χρειάζονται περισσότερο από ποτέ άλλοτε γιατί η Τεχνητή Νοημοσύνη θα διεκπεραιώνει ολοένα και περισσότερο, τις πιο πολλές από τις εργασίες που σήμερα εκτελούν οι άνθρωποι και παράλληλα θα μεταβάλλει αδιάλειπτα και δυναμικά την αγορά εργασίας. Η πλειοψηφία των ατόμων δεν θα ασχολείται αποκλειστικά με μία και μόνη εξειδικευμένη εργασία κατά τη διάρκεια του βίου όπως συμβαίνει κατά κανόνα μέχρι σήμερα. Θα υπάρχει ανάγκη αντιθέτως, οι περισσότεροι εργαζόμενοι να αλλάζουν τακτικά επαγγέλματα και άρα θα πρέπει να έχουν τα κατάλληλα εφόδια που απορρέουν από αυτές τις ήπιες δεξιότητες προκειμένου να προσαρμόζονται χωρίς δυσχέρειες σε μία ραγδαία μεταβαλλόμενη αγορά εργασίας.
Στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση, όπου τίθενται τα θεμέλια της γνωστικής, συναισθηματικής και κοινωνικής ανάπτυξης του παιδιού, η συζήτηση δεν μπορεί να περιορίζεται σε τεχνοκρατικές λογικές αποτελεσματικότητας ή καινοτομίας, αλλά οφείλει να εντάσσεται σε ένα ευρύτερο παιδαγωγικό, ανθρωπολογικό και κοινωνικό πλαίσιο. Οφείλει να θεμελιώνεται σε σαφείς παιδαγωγικές και επιστημολογικές παραδοχές. Κεντρικό ερώτημα δεν είναι τι μπορεί να κάνει η ΤΝ, αλλά ποια αντίληψη για το παιδί, τη γνώση και τη μάθηση ενσωματώνει. Από παιδαγωγική σκοπιά, η εκπαίδευση δεν μπορεί να νοηθεί ως διαδικασία απλής προσαρμογής του μαθητή σε προκαθορισμένα πρότυπα απόδοσης, αλλά ως δυναμική, κοινωνικά προσδιορισμένη και ιστορικά ενταγμένη διαδικασία συγκρότησης υποκειμένων.
Η εκπαίδευση, ιδιαίτερα στις μικρές ηλικίες, δεν αποτελεί απλή μετάδοση γνώσεων ούτε μηχανιστική διαδικασία μέτρησης δεξιοτήτων. Είναι μια σύνθετη παιδαγωγική σχέση που βασίζεται στην αλληλεπίδραση, στον διάλογο, στη συναισθηματική ασφάλεια, στη διαφοροποίηση της διδασκαλίας και στον σεβασμό της μοναδικότητας κάθε παιδιού. Η ΤΝ, ως εργαλείο επεξεργασίας δεδομένων και αλγοριθμικής πρόβλεψης, δεν μπορεί από τη φύση της να υποκαταστήσει αυτές τις θεμελιώδεις διαστάσεις της παιδαγωγικής πράξης.
Ως Παράταξη, δεν είμαστε αντίθετοι στην πρόοδο ούτε φοβικοί απέναντι στην τεχνολογία. Αντιθέτως, διεκδικούμε μια εκπαίδευση που αξιοποιεί τα σύγχρονα εργαλεία προς όφελος των μαθητών και της μαθησιακής διαδικασίας. Όμως, η άκριτη εισαγωγή εφαρμογών ΤΝ στα σχολεία, χωρίς θεσμικό πλαίσιο, παιδαγωγικό σχεδιασμό και ουσιαστική επιμόρφωση των εκπαιδευτικών, εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους.
Αναγνωρίζουμε ότι οι ψηφιακές τεχνολογίες και τα συστήματα ΤΝ μπορούν, υπό προϋποθέσεις, να λειτουργήσουν υποστηρικτικά στη μαθησιακή διαδικασία, να προσφέρουν διαφοροποιημένο υλικό, να ενισχύσουν την πρόσβαση στη γνώση, να συμβάλουν στην ανάπτυξη ψηφιακού γραμματισμού. Ωστόσο, η παιδαγωγική αξία κάθε τεχνολογικού εργαλείου εξαρτάται από το πλαίσιο χρήσης του, τους σκοπούς που υπηρετεί και τις σχέσεις εξουσίας που ενσωματώνει.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η τάση αντιμετώπισης της ΤΝ ως ουδέτερης και αντικειμενικής τεχνολογίας. Οι αλγόριθμοι ενσωματώνουν συγκεκριμένες παιδαγωγικές αντιλήψεις, κοινωνικές ιεραρχήσεις και πολιτικές επιλογές. Η χρήση τους στην εκπαίδευση ενδέχεται να οδηγήσει σε κατηγοριοποίηση μαθητών, σε πρώιμες «προβλέψεις» επίδοσης και σε περιορισμό των μορφών μάθησης σε ό,τι είναι μετρήσιμο και ποσοτικοποιήσιμο. Μια τέτοια προσέγγιση αντιβαίνει στις αρχές της ολόπλευρης ανάπτυξης του παιδιού και της παιδαγωγικής ισότητας.
Παράλληλα, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε τις επιπτώσεις της ΤΝ στον ρόλο του εκπαιδευτικού. Ο εκπαιδευτικός της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης δεν είναι εκτελεστής οδηγιών ούτε διαχειριστής πλατφορμών. Είναι παιδαγωγός, επιστήμονας της αγωγής, φορέας παιδαγωγικής κρίσης και επαγγελματικής αυτονομίας. Η παιδαγωγική αυτονομία, η επαγγελματική κρίση και η δυνατότητα κριτικού αναστοχασμού αποτελούν αναγκαίες προϋποθέσεις για μια δημοκρατική εκπαίδευση. Η ΤΝ μπορεί να λειτουργήσει μόνο επικουρικά και υπό τον παιδαγωγικό έλεγχο του εκπαιδευτικού, όχι ως μηχανισμός καθορισμού της διδακτικής πράξης. Η εισαγωγή «έτοιμων» αλγοριθμικών λύσεων, αυτοματοποιημένων αξιολογήσεων και προτυποποιημένων διδακτικών πρακτικών απειλεί να περιορίσει τον ρόλο αυτό, μετατρέποντας την εκπαιδευτική πράξη σε διαδικασία συμμόρφωσης και ελέγχου.
Στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση, όπου η συναισθηματική ανάπτυξη, το παιχνίδι, η φαντασία και η κοινωνικοποίηση αποτελούν θεμελιώδεις όρους μάθησης, η υπερβολική έμφαση στην ψηφιακή διαμεσολάβηση και την αυτοματοποίηση εγκυμονεί τον κίνδυνο παιδαγωγικής αποξένωσης. Η σχέση εκπαιδευτικού–μαθητή δεν είναι τεχνική σχέση καθοδήγησης, αλλά παιδαγωγική σχέση ευθύνης, εμπιστοσύνης και αναγνώρισης.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και το ζήτημα των προσωπικών δεδομένων. Τα παιδιά της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης αποτελούν μια εξαιρετικά ευάλωτη ομάδα. Η συλλογή, αποθήκευση και ανάλυση μαθησιακών και συμπεριφορικών δεδομένων μέσω συστημάτων ΤΝ εγείρει σοβαρά ηθικά και παιδαγωγικά ερωτήματα. Το σχολείο οφείλει να είναι χώρος προστασίας, εμπιστοσύνης και παιδαγωγικής ελευθερίας, όχι πεδίο επιτήρησης και ψηφιακής κανονικοποίησης.
Από συνδικαλιστική σκοπιά, η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ εκπαιδευτικών πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης θεωρεί ότι η συζήτηση για την ΤΝ δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τις εργασιακές και μορφωτικές συνθήκες στα σχολεία. Η τεχνολογία δεν μπορεί να λειτουργεί ως υποκατάστατο των αναγκαίων προσλήψεων, της μη μείωσης του αριθμού μαθητών ανά τάξη, της μη ενίσχυσης της ειδικής αγωγής και της ουσιαστικής παιδαγωγικής στήριξης. Η ποιοτική εκπαίδευση δεν επιτυγχάνεται με αλγορίθμους αλλά με ανθρώπινες σχέσεις, χρόνο, φροντίδα και παιδαγωγική ευθύνη.
Διεκδικούμε, λοιπόν, μια παιδαγωγικά τεκμηριωμένη και κοινωνικά δίκαιη προσέγγιση της Τεχνητής Νοημοσύνης στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση:
◆ με δημόσιο και δημοκρατικό διάλογο,
◆ με σεβασμό στην παιδαγωγική επιστήμη,
◆ με προστασία των δικαιωμάτων παιδιών και εκπαιδευτικών,
◆ με ουσιαστική, κριτική και όχι εργαλειακή επιμόρφωση,
◆ με διατήρηση και ενίσχυση του δημόσιου χαρακτήρα του σχολείου.
Η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να αποτελέσει εργαλείο παιδαγωγικής υποστήριξης μόνο όταν εντάσσεται σε ένα σχολείο που έχει στο κέντρο του τον άνθρωπο. Ένα σχολείο που μορφώνει, χειραφετεί και κοινωνικοποιεί και όχι που μετρά, κατηγοριοποιεί και αυτοματοποιεί. Γιατί η εκπαίδευση είναι πρωτίστως παιδαγωγική πράξη και κοινωνική ευθύνη, όχι τεχνολογικό πείραμα. Είναι ανθρώπινο δικαίωμα και όχι τεχνητή διαδικασία.»
