Σοφία Πουλοπούλου*: Όταν η θεσμική εκτροπή βαφτίζεται «ευθύνη»

0

Το πρόσφατο διάγγελμα του Κυριάκου Μητσοτάκη επιχειρεί να εμφανιστεί επικοινωνιακά ως μια πράξη πολιτικής γενναιότητας και σεβασμού στο κράτος δικαίου. Στην πραγματικότητα, συνιστά μια προσπάθεια εκ των υστέρων διαχείρισης κρίσης που η ίδια η κυβέρνηση επέτρεψε να διογκωθεί, μέσα από πρακτικές συγκάλυψης, καθυστερήσεων και επιλεκτικής ευθύνης.

Η επίκληση της «γενναίας στάσης» μέσω παραιτήσεων και άρσης ασυλίας δεν μπορεί να αποκρύψει το γεγονός ότι επί μακρόν ακολουθήθηκε η ακριβώς αντίθετη πολιτική: αποφυγή λογοδοσίας, θεσμική άμυνα απέναντι σε ελέγχους και υποβάθμιση πορισμάτων που ανέδειξαν ενδεχόμενες ποινικές ευθύνες. Όταν μια κυβέρνηση σύρεται σε αποφάσεις υπό την πίεση των αποκαλύψεων, δεν πρόκειται για πολιτική ευθιξία, αλλά για πολιτική αναγκαστικότητα.

Ιδιαίτερα ανησυχητική είναι η τοποθέτηση του Πρωθυπουργού ότι «δεν υπάρχει οικονομικό όφελος» για τους εμπλεκόμενους. Η αποτίμηση της βαρύτητας μιας υπόθεσης δεν είναι έργο της εκτελεστικής εξουσίας, αλλά της Δικαιοσύνης. Η δε προσπάθεια διαχωρισμού των παρανομιών με όρους οικονομικού κέρδους συνιστά επικίνδυνη διολίσθηση: υπονοεί ότι υπάρχουν «ηπιότερες» μορφές παραβίασης της νομιμότητας που μπορούν να σχετικοποιηθούν. Η Δημοκρατία, όμως, δεν λειτουργεί με συμψηφισμούς, αλλά με καθολική ισχύ κανόνων.

Στο ίδιο πνεύμα, η δημόσια σύσταση προς την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία να κινηθεί «ταχύτατα» για συγκεκριμένες υποθέσεις εγείρει σοβαρά ζητήματα. Η Δικαιοσύνη δεν λειτουργεί με πολιτικές υποδείξεις ούτε με προτεραιοποίηση υπέρ «των δικών μας». Αν η επιτάχυνση είναι αναγκαία, τότε αφορά το σύνολο των πολιτών, όχι επιλεκτικά τους κυβερνητικούς βουλευτές. Σε διαφορετική περίπτωση, η αρχή της ισότητας ενώπιον του νόμου ακυρώνεται στην πράξη.

Ανάλογη σύγχυση καταγράφεται και στην πρόταση για το ασυμβίβαστο υπουργού και βουλευτή. Η «υβριδική εκδοχή» που παρουσιάστηκε δεν αποσυνδέει πραγματικά τον υπουργό από την εκλογική βάση ούτε τον απελευθερώνει από τις πελατειακές πιέσεις. Αντιθέτως, διατηρεί ακέραιο το κίνητρο της επανεκλογής, ενώ ταυτόχρονα εισάγει μια νέα στρέβλωση: ο επιλαχών βουλευτής καθίσταται πολιτικά εξαρτημένος, γνωρίζοντας ότι η παραμονή του στο κοινοβουλευτικό έδρανο είναι προσωρινή και ανακλητή. Αντί για ενίσχυση της διάκρισης των εξουσιών, παράγεται περαιτέρω θεσμική σύγχυση.

Η εικόνα αυτή δεν είναι μεμονωμένη. Εντάσσεται σε ένα ευρύτερο μοτίβο θεσμικής διαχείρισης, που είχε ήδη αποτυπωθεί στην υπόθεση των παρακολουθήσεων. Η εμπλοκή της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών, οι αποκαλύψεις για το λογισμικό Predator και η δραστηριότητα της Intellexa με την κυβέρνηση, άφησαν πίσω τους ένα κρίσιμο σύνολο αναπάντητων ερωτημάτων: ποιοι έκαναν χρήση των παράνομων μέσων, υπό ποια εντολή και με ποια θεσμική κάλυψη.

Το γεγονός ότι η ΕΥΠ υπάγεται απευθείας στο γραφείο του Πρωθυπουργού, με επιλογή του ιδίου, καθιστά την υπόθεση κατεξοχήν πολιτική. Η πλήρης διαλεύκανση δεν αποτελεί απλώς νομική εκκρεμότητα, αλλά ζήτημα δημοκρατικής τάξης. Η συμμόρφωση με τις αποφάσεις της Δικαιοσύνης και η παροχή ουσιαστικών απαντήσεων προς τα θιγόμενα πρόσωπα, όπως στον Πρόεδρο της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, Νίκο Ανδρουλάκη, δεν είναι επιλογή επικοινωνιακής διαχείρισης, αλλά θεσμική υποχρέωση και μάλιστα και με απόφαση δικαστηρίου.

Σε αυτό το πλαίσιο, οι θέσεις του ΠΑΣΟΚ – Κίνημα Αλλαγής είναι σαφείς και θεσμικά συνεπείς: πλήρης διερεύνηση όλων των υποθέσεων χωρίς εξαιρέσεις, σεβασμός στην ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, κατάργηση κάθε μηχανισμού συγκάλυψης και ουσιαστική θωράκιση της διάκρισης των εξουσιών. Όπως έχει τονίσει επανειλημμένα ο Νίκος Ανδρουλάκης, «η Δημοκρατία δεν λειτουργεί με σκιές και υπαινιγμούς, αλλά με διαφάνεια, λογοδοσία και καθαρούς κανόνες για όλους». Η χώρα δεν έχει ανάγκη από επικοινωνιακές υπεκφυγές, αλλά από ένα αξιόπιστο θεσμικό πλαίσιο που αποκαθιστά την εμπιστοσύνη των πολιτών.

Σε μια περίοδο όπου οι υποθέσεις διαδέχονται η μία την άλλη, η κρίση εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς βαθαίνει. Και αυτή δεν αντιμετωπίζεται με διαγγέλματα, ούτε με αποσπασματικές εξαγγελίες. Αντιμετωπίζεται μόνο με διαφάνεια, λογοδοσία και σαφή ανάληψη ευθύνης.

Όταν, όμως, επαναλαμβάνεται ένα μοτίβο όπου η εκτελεστική εξουσία εμφανίζεται να γνωρίζει, να καθυστερεί, να αποφεύγει τον πλήρη έλεγχο και να διαχειρίζεται κρίσιμες υποθέσεις με όρους πολιτικού κόστους, τότε το ζήτημα παύει να είναι επιμέρους. Καθίσταται συνολικό.

Και τότε η απάντηση δεν μπορεί να είναι επικοινωνιακή.
Είναι βαθιά πολιτική.

Η χώρα χρειάζεται καθαρές λύσεις. Χρειάζεται παραίτηση της κυβέρνησης και άμεση προκήρυξη εκλογών.

Και εδώ είναι το κρίσιμο σημείο.

Το ΠΑΣΟΚ – Κίνημα Αλλαγής είναι το μόνο κόμμα που μπορεί να φέρει πραγματική πολιτική αλλαγή και να οδηγήσει στην πτώση της ΝΔ. Αντίθετα, η λεγόμενη «αντισυστημική ψήφος», χωρίς προοπτική διακυβέρνησης, κινδυνεύει να συντηρήσει τη Δεξιά στην εξουσία.

Σε αυτό το πλαίσιο και με συναίσθηση της ευθύνης, το ΠΑΣΟΚ δεσμεύεται για την επανίδρυση του κοινωνικού κράτους, την αποκατάσταση του κράτους δικαίου και την ενίσχυση της θεσμικής λειτουργίας, με κοινωνική δικαιοσύνη, άρση των ανισοτήτων και σεβασμό προς τον πολίτη.

Η επιλογή δεν είναι άγονη διαμαρτυρία, αλλά υπεύθυνη πολιτική αλλαγή. Και αυτή περνά μέσα από το ΠΑΣΟΚ.

Η ψήφος στο ΠΑΣΟΚ – Κίνημα Αλλαγής, είναι ψήφος Πολιτικής Αλλαγής.

* Η Σοφία Πουλοπούλου είναι εκπαιδευτικός, Διδάκτωρ Ειδικής Αγωγής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας , Πολιτεύτρια Α’ Αθήνας και Αναπλ. Γραμματέας Ειδικής Αγωγής του Τομέα Παιδείας ΠΑΣΟΚ-Κίνημα Αλλαγής 

Πατήστε και δείτε τα 105 προηγούμενα άρθρα και συνεντεύξεις της Σοφίας Πουλοπούλου

Share.

Comments are closed.

WordPress Πρόσθετο Cookie από το Real Cookie Banner