Η συζήτηση που πραγματοποιήθηκε, πριν από λίγες ημέρες, στη Βουλή, μετά από αίτημα του Προέδρου του ΠΑΣΟΚ – Κινήματος Αλλαγής Ν. Ανδρουλάκη, ήταν πολλαπλά αποκαλυπτική για την κατάσταση του κράτους δικαίου στην Ελλάδα, αλλά και τις κυβερνητικές ευθύνες για τα πλήγματα στους θεσμούς της πολιτείας μας.
Απέναντι στους τεκμηριωμένους και στοιχειοθετημένους ισχυρισμούς του ΠΑΣΟΚ, ο κ. Κ. Μητσοτάκης αρκέστηκε σε άμυνα χωρίς ουσία, χωρίς να δίνει απαντήσεις στα μεγάλα ερωτηματικά για μια σειρά υποθέσεων αδιαφάνειας και διαφθοράς που στιγματίζουν τη δημόσια ζωή και απομακρύνουν τους πολίτες από την πολιτική.
Από την αρχή της διαδικασίας, η προσπάθεια υποτίμησης των κρίσιμων ζητημάτων ήταν εμφανής. Ο κ. Μητσοτάκης επιφύλαξε στον εαυτό του το προνόμιο να αποφασίζει πότε η Βουλή θα μιλά για την ίδια τη βαθύτερη ουσία της δημοκρατίας και το κράτος δικαίου, ιεραρχώντας μάλιστα τα σχετικά θέματα σε χαμηλότερη βαθμίδα από τη διεθνή συγκυρία, την οικονομία ή ακόμη και τον χρόνο έκθεσης των παιδιών στα… τάμπλετ.
Η προσέγγιση αυτή θέτει ένα πολύ αρνητικό πρότυπο, ενός Πρωθυπουργού ο οποίος αρνείται τη λογοδοσία και αδιαφορεί για τον κοινοβουλευτικό έλεγχο.
Επί της ουσίας, ο ίδιος δεν βρήκε μία λέξη να πει επί της ουσίας για το σοβαρό σκάνδαλο των παράνομων παρακολουθήσεων που ναρκοθέτησε την εθνική ασφάλεια, όπως προκύπτει από την πρόσφατη δικαστική απόφαση. Η επιμελημένη σύγχυση του Τ. Ντίλιαν με τον Μπ. Ντίλαν από τον κ. Μητσοτάκη δεν προκαλεί μόνο θυμηδία αλλά και αποστροφή. Η άγαρμπη προσπάθειά του να υποβαθμίσει ένα τόσο σοβαρό ζήτημα ήρθε να ως επιστέγασμα μιας ένοχης σιωπής, απέναντι στα πολλαπλά ερωτήματα από τον Ν. Ανδρουλάκη και άλλους αρχηγούς της αντιπολίτευσης.
Η εικόνα ενός Πρωθυπουργού που παραμένει σιωπηλός και αδρανής απέναντι στον ωμό εκβιασμό από τον καταδικασμένο ιδιοκτήτη της προμηθεύτριας του Predator εταιρείας -της ίδιας εταιρείας που είχε επιλεκτικές σχέσεις με το ελληνικό κράτος και «προικοδοτήθηκε» με άδεια εξαγωγής λογισμικού στην Αφρική– προκαλεί ακόμη βαθύτερη ανησυχία.
Η Κυβέρνηση ΝΔ εμφανίζεται «βουτηγμένη» στο σκάνδαλο και δεν μπορεί να κάνει τίποτε γι’ αυτό. Ο κ. Μητσοτάκης επικαλέστηκε ακόμη και τη γεωπολιτική συγκυρία για να αποδείξει πόσο «λάθος timing» είχε η συζήτηση στη Βουλή. Όμως δείχνει να αγνοεί δύο βασικές παραμέτρους: πρώτον ότι η εύρυθμη λειτουργία των θεσμών αποτελεί καταλυτικό συντελεστή ισχύος για κάθε χώρα και δεύτερον ότι, ειδικά επειδή επικρατεί τέτοια διεθνής αβεβαιότητα, η Κυβέρνηση όφειλε πρώτη να κάνει όλες τις ενέργειες υποστηρίζοντας τη δικαστική διερεύνηση ενός συστήματος κατασκοπείας που έπληξε την ίδια την εθνική ασφάλεια της χώρας.
Αν η συμπεριφορά του κ. Μητσοτάκη χαρακτήριζε μόνο τον ίδιο, δεν θα υπήρχε ζήτημα. Το πρόβλημα, ωστόσο, είναι ότι στιγματίζει τον ίδιο το δημόσιο αξίωμα που σήμερα κατέχει. Η εικόνα του Πρωθυπουργού της χώρας να σχολιάζει δημοσκοπήσεις ή να ερμηνεύει όνειρα, προκειμένου να αποφύγει τις δύσκολες ερωτήσεις, δεν περιποιεί τιμή σε κανέναν -και πρώτα στους πολίτες που τον εξέλεξαν. Ο Πρωθυπουργός δεν είναι «ονειροκρίτης» ούτε τηλε-σχολιαστής. Όταν τα ζητήματα είναι τόσο σοβαρά, η συνεχής καταφυγή σε ευφυολογήματα, ειρωνικά συνθήματα και κορώνες, προς τέρψη του κομματικού ακροατηρίου, τότε το αποτέλεσμα δεν είναι μόνο γκροτέσκο αλλά και αποκαλυπτικό: η Κυβέρνηση ΝΔ δεν τηρεί ούτε τα ελάχιστα προσχήματα σεβασμού των δημοκρατικών συνθηκών και διαδικασιών.
Άλλωστε, εδώ και αρκετές εβδομάδες, υπουργοί, βουλευτές, στελέχη της ΝΔ, σε συγχορδία, επιτίθενται σε θεσμούς της ελληνικής και ευρωπαϊκής δικαιοσύνης, με αφορμή και το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ. Από πολιτικά υποκινούμενα όργανα έως «πράκτορες» της Ρωσίας ή και απόγονοι του Τσαουσέσκου, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία έχει τύχει συστηματικής απόπειρας αποδόμησης, επειδή τόλμησε να κάνει τη δουλειά της στο σκάνδαλο της διασπάθισης ευρωπαϊκών πόρων μέσω του «γαλάζιου κυκλώματος» που λειτούργησε τα τελευταία χρόνια στις αγροτικές επιδοτήσεις. Ο κ. Μητσοτάκης δεν αποδοκίμασε κανέναν τους, δεν απέπεμπψε κανέναν τους -και γιατί να το κάνει άλλωστε; Τα στελέχη του λειτουργούν ως «λαγοί» ή και διαμορφωτές της γραμμής.
Η ΝΔ ψαρεύει στα θολά νερά του λαϊκισμού και δεν αισθάνεται καν την ανάγκη να το κρύψει. Ωδή στο ρουσφέτι, αμφισβήτηση δικαστικών ερευνών, προσωπικές επιθέσεις σε δικαστές και εισαγγελείς -όπως πρόσφατα σε επικεφαλής ανεξάρτητων αρχών-, ιταμή ρητορική, συνθέτουν ένα μίγμα που πάντα καταλήγει στην ίδια κατηγορία: η «τοξικότητα» που πλήττει τη «σταθερότητα» -όταν το μόνο σταθερό σε αυτόν τον τόπο είναι το επόμενο ραντεβού της Κυβέρνησης Μητσοτάκη με τη δικαιοσύνη.
Τους τελευταίους μήνες, ακόμη και όσοι αμφέβαλλαν, θα έχουν πλέον πειστεί. Βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια συστηματική, αδίστακτη προσέγγιση απέναντι στους θεσμούς. Αλλά δεν πρέπει να υποχωρήσουμε. Ειδικά σήμερα, που παρά την υπερδεκαετή κρίση –δημοσιονομική αλλά και ηθική– και τις θυσίες των πολιτών, οι αιτίες που οδήγησαν στην πτώχευση μετά το 2008 παραμένουν εδώ: ευνοιοκρατία, αδιαφάνεια, αναξιοκρατία, έλλειψη λογοδοσίας.
Οφείλουμε να παραμείνουμε αταλάντευτα απέναντι σε όλους όσοι θέλουν να μας πείσουν ότι οι ιδέες έχουν τελειώσει, ότι η πολιτική δεν είναι παρά η διαχείριση προβλημάτων που δεν μπορούν να λυθούν ή ανισοτήτων που δεν μπορούν να αμβλυνθούν.
Σε εκείνους που ισχυρίζονται ότι η συζήτηση για τους θεσμούς είναι άσχετη με την οικονομία, την ανάπτυξη. Τι κι αν όλες οι επιστημονικές μελέτες τους διαψεύδουν; Εκείνοι επιμένουν. Είναι οι ίδιοι που καλούν τους συμπολίτες μας να κλείσουν τα μάτια, να ράψουν το στόμα και να αλλάξουν κανάλι, όσο αποκρουστική κι αν είναι η πραγματικότητα: από την ανοχή στην παραβίαση του διεθνούς δικαίου έως την ωμή παραβίαση της εθνικής ασφάλειας με τις υποκλοπές ή την εκτεταμένη διαφθορά. «Πάρε ένα επίδομα, σώπαινε και έλα στην κάλπη να μας πεις ευχαριστώ». Ένα φαύλο μοντέλο που αντιβαίνει στο ίδιο το πνεύμα της σύγχρονης δημοκρατίας.
Δημοκρατία, λοιπόν, δεν είναι μόνο οι εκλογές. Δημοκρατία είναι το κράτος δικαίου, η δικαιοσύνη απέναντι στα φαινόμενα διαφθοράς και αδιαφάνειας. Είναι η ρύθμιση των αγορών και η προστασία των καταναλωτών. Είναι η φορολογική δικαιοσύνη. Δημοκρατία είναι οι ίσες ευκαιρίες στην παιδεία, την υγεία, την εργασία. Επομένως, όχι, η δημοκρατία δεν είναι πολυτέλεια, ούτε αντικείμενο μιας ελίτ, που ασχολείται με ιδέες και ιδεολογήματα. Είναι ο τρόπος ζωής μας, η μόνη εγγύηση ότι μπορούμε να ζήσουμε καλύτερα, δικαιότερα, ο ένας δίπλα στον άλλον.
Και, όχι, η δημοκρατία δεν είναι ούτε νομοτέλεια. Δεν έρχεται αυτόματα, ούτε εύκολα. Κερδίζεται με αγώνα και διαφυλάσσεται με ακόμη περισσότερο αγώνα, καθημερινό και ανυποχώρητο, απέναντι στις προκλήσεις που κάθε εποχή θέτει.
Σήμερα, η δημοκρατία, παντού στον κόσμο, είναι υπό απειλή, με τους νέους κινδύνους να έρχονται, αυτή τη φορά, από μέσα. Από τη διάβρωση των θεσμών, από την αμφισβήτηση ελευθεριών και κατακτήσεων πολλών ετών. Και είναι σε μας να την υπερασπίσουμε.