Η διαδρομή από τις πολιτικές μετατοπίσεις του παρελθόντος στη σημερινή κομματική ρευστότητα, η αποδυνάμωση των ιδεολογικών διαχωρισμών και η προσωποποίηση της πολιτικής εξουσίας
Ο όρος «παλάντζα» δεν χρησιμοποιήθηκε τυχαία στην ελληνική πολιτική ιστορία για να περιγράψει συγκεκριμένους πολιτικούς. Η λέξη παραπέμπει στην παλιά ζυγαριά, η οποία κινείται πότε προς τη μία και πότε προς την άλλη πλευρά, μέχρι τελικά να σταματήσει σε κάποιο σημείο ισορροπίας. Στην πολιτική της εκδοχή, η παλάντζα περιγράφει τον πολιτικό που μετακινείται από τον έναν κομματικό χώρο στον άλλο, ακολουθώντας τις μεταβολές του πολιτικού συσχετισμού.
Χαρακτηριστική ιστορική περίπτωση υπήρξε ο Δημήτρης Παπασπύρου, η πολιτική διαδρομή του οποίου πέρασε από διαφορετικούς κομματικούς σχηματισμούς. Ξεκίνησε από το Προοδευτικό Κόμμα του Καφαντάρη, πέρασε από την ΕΠΕΚ του Νικολάου Πλαστήρα, εξελέγη το 1956 με τη Φιλελευθέρη Δημοκρατική Ένωση του Σοφοκλή Βενιζέλου, αργότερα εντάχθηκε στην Ένωση Κέντρου και το 1965 αποχώρησε μαζί με τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, συμμετέχοντας στα γεγονότα της Αποστασίας.
Η πολιτική κρίση των Ιουλιανών του 1965 αποτέλεσε μία από τις σημαντικότερες καμπές της μεταπολεμικής ελληνικής ιστορίας. Η πτώση της κυβέρνησης του Γεωργίου Παπανδρέου, μετά την αποχώρηση βουλευτών της Ένωσης Κέντρου, δημιούργησε μια παρατεταμένη πολιτική αστάθεια που συνέβαλε στην κρίση η οποία προηγήθηκε της δικτατορίας του 1967.
Μετά τη Μεταπολίτευση, ο Παπασπύρου εντάχθηκε στη Νέα Δημοκρατία, ενώ επί κυβέρνησης Κωνσταντίνου Καραμανλή ανέλαβε την προεδρία της Βουλής. Έτσι, η πολιτική διαδρομή ενός προσώπου μπορεί να διαβαστεί και ως καθρέφτης των μεγάλων μετακινήσεων του ελληνικού πολιτικού συστήματος.
Από τις ιδεολογικές συγκρούσεις στις «ποδοσφαιρικές μεταγραφές»
Για πολλές δεκαετίες η μετακίνηση ενός πολιτικού από κόμμα σε κόμμα δεν θεωρούνταν μια ουδέτερη πολιτική επιλογή. Αντιθέτως, συχνά αντιμετωπιζόταν ως πολιτική ρήξη, ακόμη και ως προδοσία.
Η κατάσταση αυτή άλλαξε σταδιακά.
Στη σύγχρονη πολιτική πραγματικότητα, οι κομματικές μετακινήσεις συχνά θυμίζουν περισσότερο «ποδοσφαιρικές μεταγραφές» παρά αλλαγές πολιτικής στρατηγικής. Πολιτικά πρόσωπα μετακινούνται από τον έναν χώρο στον άλλο, δημιουργώντας ένα περιβάλλον όπου οι παλαιότερες ιδεολογικές διαχωριστικές γραμμές εμφανίζονται περισσότερο δυσδιάκριτες.
Η ελληνική πολιτική ιστορία γνώρισε τουλάχιστον τρεις μεγάλες περιόδους πολιτικών μετατοπίσεων, οι οποίες συνδέθηκαν με ευρύτερες κοινωνικές και πολιτικές ανακατατάξεις.
- Η πρώτη ήταν τα Ιουλιανά του 1965, όταν η αποχώρηση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη και άλλων βουλευτών από την Ένωση Κέντρου οδήγησε στην πτώση της κυβέρνησης του Γεωργίου Παπανδρέου.
- Η δεύτερη ήρθε στα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης, όταν η ίδρυση του ΠΑΣΟΚ από τον Ανδρέα Παπανδρέου δημιούργησε έναν νέο ισχυρό πολιτικό πόλο και προσέλκυσε στελέχη και ψηφοφόρους από τον χώρο της παλαιότερης Ένωσης Κέντρου.
- Η τρίτη μεγάλη μετατόπιση σημειώθηκε μετά το 2012, όταν ο ΣΥΡΙΖΑ αναδείχθηκε σε βασική δύναμη διεκδίκησης της κυβερνητικής εξουσίας. Η άνοδος του κόμματος συνδέθηκε με σημαντικές μετακινήσεις στελεχών από τον χώρο του ΠΑΣΟΚ, αλλά και με τη μετακίνηση μεγάλου τμήματος του εκλογικού σώματος.
Οι τρεις αυτές περίοδοι, παρά τις μεγάλες μεταξύ τους διαφορές, είχαν ένα κοινό χαρακτηριστικό: οι μετακινήσεις δεν μπορούν να ερμηνευθούν αποκλειστικά ως προσωπικές επιλογές πολιτικών προσώπων. Συνδέθηκαν με ευρύτερες πολιτικές ανακατατάξεις, κοινωνικές προσδοκίες και αλλαγές στους συσχετισμούς δύναμης.
Όταν το κόμμα ήταν φορέας ιδεολογίας
Η σημερινή πολιτική πραγματικότητα διαφέρει σημαντικά από εκείνη των προηγούμενων δεκαετιών.
Τα κόμματα λειτουργούσαν ως φορείς πολιτικής και ιδεολογίας. Είχαν οργανώσεις, κομματικά όργανα, εσωτερικές διαδικασίες και σαφέστερες πολιτικές ταυτότητες. Τα στελέχη τους καλούνταν να υπηρετήσουν ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα και ένα συνολικό πολιτικό σχέδιο.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι πολιτικές εκείνης της περιόδου ήταν πάντοτε επιτυχημένες ή κοινωνικά επωφελείς. Ωστόσο, ακόμη και οι πολιτικές που προκαλούσαν αντιδράσεις συνοδεύονταν από μια πολιτική αφήγηση για το μέλλον.
Γύρω από τον αρχηγό υπήρχε ένα οργανωμένο κομματικό σύστημα.
Ακόμη και ο Ανδρέας Παπανδρέου, ο μεγαλύτερος πολιτικός της Μεταπολίτευσης και ο άνθρωπος που δημιούργησε το ΠΑΣΟΚ, δεν παρουσίασε το κόμμα αποκλειστικά ως προσωπική υπόθεση. Το ΠΑΣΟΚ διέθετε ισχυρή κομματική οργάνωση, συλλογικά όργανα, ιδεολογικές αναφορές και κοινωνικές συμμαχίες.
Η πολιτική εξουσία δεν ταυτιζόταν απόλυτα με το πρόσωπο του αρχηγού.
Αυτό είναι ένα από τα σημεία όπου η σύγχρονη πολιτική πραγματικότητα παρουσιάζει διαφορετικά χαρακτηριστικά.
Από την ιδεολογία στην πολιτική ομογενοποίηση
Η μεταβολή του πολιτικού σκηνικού συνδέθηκε, μεταξύ άλλων, με την επικράτηση διαφορετικών οικονομικών και πολιτικών αντιλήψεων.
Η περίοδος του Κώστα Σημίτη στο ΠΑΣΟΚ σηματοδότησε σημαντικές αλλαγές στη φυσιογνωμία του κόμματος. Μετακινήθηκε σε μεγάλο βαθμό από τις παραδοσιακές αναφορές του ΠΑΣΟΚ στους κοινωνικούς αγώνες και στη διεύρυνση του κοινωνικού κράτους προς μια περισσότερο εκσυγχρονιστική και ευρωπαϊκή πολιτική κατεύθυνση.
Η εξέλιξη αυτή δημιούργησε μια σταδιακή σύγκλιση των πολιτικών χώρων.
Στην ίδια λογική εντάσσεται και η αναφορά στην περίφημη έκφραση της Μαρίκας Μητσοτάκη, «γίναμε αυγοτάραχο», ως συμβολική περιγραφή μιας πολιτικής πραγματικότητας στην οποία οι διαφορές μεταξύ των κομμάτων εμφανίζονται ολοένα μικρότερες.
Η νεοφιλελεύθερη οικονομική αντίληψη, με την έμφαση στις ιδιωτικοποιήσεις, στη μείωση του κρατικού παρεμβατισμού και στην ενίσχυση της επιχειρηματικής δραστηριότητας, επηρέασε ευρύτερα το πολιτικό σύστημα.
Το αποτέλεσμα ήταν να περιοριστούν σε αρκετές περιπτώσεις οι παραδοσιακές διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα σε Κεντροαριστερά και Κεντροδεξιά.
Η άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ και η προσδοκία μιας νέας αλλαγής
Η άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ μετά το 2012 αποτέλεσε μία από τις σημαντικότερες ανατροπές του μεταπολιτευτικού πολιτικού συστήματος.
Για ένα σημαντικό τμήμα της κοινωνίας, ο ΣΥΡΙΖΑ εξέφρασε την προσδοκία μιας διαφορετικής πολιτικής πορείας, ιδιαίτερα μέσα στις συνθήκες της οικονομικής κρίσης, των μνημονίων και της έντονης κοινωνικής δυσαρέσκειας.
Πολιτικά στελέχη μετακινήθηκαν προς τον ΣΥΡΙΖΑ και ένα μεγάλο τμήμα του εκλογικού σώματος εγκατέλειψε το ΠΑΣΟΚ.
Η πολιτική αυτή μετατόπιση δημιούργησε την προσδοκία μιας νέας πολιτικής αλλαγής.
Ωστόσο, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν κατάφερε να μετατρέψει την εκλογική του άνοδο σε ένα σταθερό και μακροχρόνιο κοινωνικό και θεσμικό μοντέλο.
Η συνέχεια ήταν ακόμη πιο δύσκολη. Η εσωτερική κρίση του κόμματος και οι διαδοχικές ηγετικές συγκρούσεις οδήγησαν τελικά στη διάσπαση και αποδυνάμωση του ΣΥΡΙΖΑ, ενώ ο Αλέξης Τσίπρας επέλεξε στη συνέχεια να δημιουργήσει νέο πολιτικό φορέα, την ΕΛΑΣ.
Το ερώτημα πλέον αφορά το κατά πόσο ο νέος αυτός πολιτικός σχηματισμός μπορεί να συγκροτήσει διαφορετική πολιτική πρόταση ή εάν θα ενταχθεί στο ίδιο περιβάλλον πολιτικής σύγκλισης.
Η οικονομική πολιτική ως πεδίο σύγκλισης
Ιδιαίτερο βάρος δίνεται στο κείμενο στις πρόσφατες τοποθετήσεις του Αλέξη Τσίπρα για την οικονομία.
Συγκεκριμένα στην παρουσίαση του οικονομικού προγράμματος στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης, αλλά και στις αναφορές του πρώην πρωθυπουργού σχετικά με τον 13ο μισθό και τη 13η σύνταξη.
Και τούτο γιατί η οικονομική πολιτική του Τσίπρα εμφανίζει πλέον στοιχεία μεγαλύτερης δημοσιονομικής προσαρμογής και ότι σε ορισμένα ζητήματα προσεγγίζει θέσεις που παραδοσιακά αποδίδονται στη σημερινή κυβέρνηση και στους θεσμικούς φορείς της οικονομικής πολιτικής.
Πρόκειται για μια σημαντική πολιτική μεταβολή, εφόσον συγκριθεί με την περίοδο κατά την οποία ο ΣΥΡΙΖΑ διεκδίκησε την εξουσία ως φορέας μιας ριζικά διαφορετικής οικονομικής κατεύθυνσης.
Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν αφορά μόνο τις επιμέρους εξαγγελίες. Αφορά το εάν εξακολουθεί να υπάρχει στην ελληνική πολιτική σκηνή ένας σαφώς διακριτός αντιπαραθετικός πολιτικός πόλος, με διαφορετική αντίληψη για την οικονομία, το κοινωνικό κράτος και τη διανομή του πλούτου.
Από την πολιτική αντιπαράθεση στον «νεοηγεμονισμό»
Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να εστιάσουμε και στη γενικότερη λειτουργία των πολιτικών κομμάτων.
Η πολιτική ρευστότητα, η αποδυνάμωση των ιδεολογικών ταυτοτήτων και η προσωποποίηση της εξουσίας δημιουργούν ένα διαφορετικό μοντέλο κομματικής λειτουργίας.
Ο πολιτικός δεν εμφανίζεται πλέον απαραίτητα ως φορέας μιας συλλογικής ιδεολογικής πρότασης. Μπορεί να εμφανίζεται ως ο ίδιος το πολιτικό «προϊόν».
Έτσι, η πολιτική μετατρέπεται σε μεγάλο βαθμό σε διαχείριση προσωπικής επιρροής, επικοινωνιακής παρουσίας και εκλογικής απήχησης.
Σε αυτή την αντίληψη εντάσσεται και η έννοια του «νεοηγεμονισμού»: η πολιτική συγκρότηση γύρω από ένα πρόσωπο, έναν αρχηγό και έναν προσωπικό πολιτικό σχεδιασμό.
Η φράση «ή εμείς ή κανείς», που αποδίδεται στον Αλέξη Τσίπρα, παρουσιάζεται στο κείμενο ως χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της λογικής. Η ερμηνεία που προτείνεται είναι ότι πίσω από το συλλογικό «εμείς» μπορεί να κρύβεται η λογική του «ή εγώ ή κανείς».
Δεν πρόκειται πλέον μόνο για τη σύγκρουση διαφορετικών πολιτικών προγραμμάτων. Πρόκειται για τη σύγκρουση διαφορετικών πολιτικών προσώπων και μηχανισμών εξουσίας.
Η «παλάντζα» ως σύμπτωμα μιας βαθύτερης κρίσης
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον επανέρχεται η παλιά έννοια της «παλάντζας».
Μόνο που σήμερα η πολιτική μετακίνηση δεν αφορά αποκλειστικά έναν βουλευτή που αλλάζει κομματική στέγη. Αφορά ένα ολόκληρο πολιτικό σύστημα στο οποίο οι παραδοσιακές ιδεολογικές γραμμές έχουν γίνει περισσότερο ρευστές.
Πρόσωπα που στο παρελθόν συνδέθηκαν με διαφορετικούς πολιτικούς χώρους μπορούν να βρεθούν σήμερα σε πολιτικά περιβάλλοντα που παλαιότερα θα θεωρούνταν δύσκολο να συνυπάρξουν.
Η περίπτωση πολιτικών όπως ο Νίκος Μπίστης, ο Γρηγόρης Ψαριανός και ο Βασίλης Οικονόμου και άλλων, αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτής της διαδρομής.
Η αλλαγή κόμματος έχει πλέον χάσει μέρος του παλιού ιδεολογικού της φορτίου. Η πολιτική μεταγραφή μπορεί να παρουσιάζεται ως φυσιολογική εξέλιξη, ως αποτέλεσμα νέων συσχετισμών ή ακόμη και ως προσωπική επιλογή πολιτικής επιβίωσης.
Και εδώ βρίσκεται ίσως η ουσία της συζήτησης.
Εάν τα κόμματα δεν έχουν σαφείς και διακριτές πολιτικές αρχές, τότε η αλλαγή κόμματος δεν αποτελεί κατ’ ανάγκη αλλαγή πολιτικής.
Αποτελεί απλώς αλλαγή πολιτικού χώρου.
Η πολιτική χωρίς σταθερές γραμμές
Η ιστορική φράση «Άλλαξα κόμμα ώστε να μην αλλάξω αρχές», που αποδίδεται στον Ουίνστον Τσόρτσιλ, σχετικά με την αλλαγή κόμματος προκειμένου να μη μεταβληθούν οι αρχές, χρησιμοποιείται για να δικαιολογήσει τη μετατόπισή του από το κόμμα.
Στη σύγχρονη εκδοχή της πολιτικής ρευστότητας, το ερώτημα αντιστρέφεται: Τι γίνεται όταν δεν υπάρχουν πλέον σαφείς κομματικές αρχές για να αλλάξει ή να υπερασπιστεί κανείς;
Τότε η πολιτική μετακίνηση παύει να είναι ιδεολογική επιλογή και μετατρέπεται σε τακτική επιλογή.
Το κόμμα γίνεται όχημα.
Η πολιτική θέση γίνεται διαπραγματευτικό εργαλείο.
Ο αρχηγός γίνεται κεντρικό σημείο αναφοράς.
Και ο ψηφοφόρος καλείται να επιλέξει περισσότερο πρόσωπα παρά πολιτικά σχέδια.
Αυτό είναι το βαθύτερο ζήτημα που αναδεικνύει η συζήτηση για τις «παλάντζες» της πολιτικής. Δεν αφορά μόνο τους πολιτικούς που μετακινούνται. Αφορά την ίδια τη μεταμόρφωση των πολιτικών κομμάτων.
Γιατί αυτά μετατρέπονται από οργανωμένοι φορείς ιδεολογίας και κοινωνικής εκπροσώπησης, σε εκλογικούς μηχανισμούς γύρω από ηγετικές προσωπικότητες.
Και όσο οι πολιτικές διαφορές περιορίζονται, τόσο αυξάνεται η σημασία της προσωπικής προβολής, της επικοινωνίας και της διαχείρισης της εξουσίας.
Η παλιά «παλάντζα», επομένως, μπορεί να ιδωθεί όχι μόνο ως χαρακτηρισμός ενός πολιτικού που μετακινείται από τη μία πλευρά στην άλλη, αλλά ως σύμβολο μιας ολόκληρης εποχής πολιτικής ρευστότητας.
Μιας εποχής στην οποία το ερώτημα δεν είναι πλέον μόνο «σε ποιο κόμμα ανήκεις;», αλλά κυρίως «ποια πολιτική εκπροσωπείς και ποιες σταθερές είσαι διατεθειμένος να υπερασπιστείς;».