Το ρίσκο του Μαξίμου, η επιστροφή Τσίπρα και η δεξιά απειλή – Ο «Εμφύλιος» της Αντιπολίτευσης και οι στρατηγικές παγίδες

0

Γιατί η επιλογή Τσίπρα ως βασικού αντιπάλου και η ανησυχία για το εγχείρημα Σαμαρά εμπεριέχουν σοβαρές παγίδες για την κυβέρνηση, την ώρα που ΠΑΣΟΚ και Λεωφόρος Αμαλίας συγκρούονται για τα ηνία της δεύτερης θέσης.

Λίγο πριν από την αφετηρία της νέας πολιτικής περιόδου, αν ως τέτοια οριστεί η εφετινή ΔΕΘ, στο Μέγαρο Μαξίμου μοιάζει να έχουν χαράξει έστω και σε αδρές γραμμές τη στρατηγική τους.
Κρίνοντας από τη στάση των κυβερνητικών στελεχών, τις δημόσιες δηλώσεις και τα όσα διακινούνται στο παρασκήνιο, τα στοιχεία που φαίνεται να κυριαρχούν είναι δύο:

  1. Αφενός, ότι ως κύριος αντίπαλος του Κυριάκου Μητσοτάκη έχει «χρισθεί» ο Αλέξης Τσίπρας.
  2. Αφετέρου, ότι βασική και εκπεφρασμένη ανησυχία του πρωθυπουργικού επιτελείου είναι το αναμενόμενο κόμμα του Αντώνη Σαμαρά, το οποίο θεωρείται εξαιρετικά πιθανό να προκαλέσει σοβαρή εκλογική ζημιά στη Νέα Δημοκρατία.

Στο βαθμό που και οι δύο αυτές παράμετροι έχουν στοιχεία στρατηγικής και τακτικής επιλογής, εμπεριέχουν και σοβαρά ρίσκα, τα οποία δεν είναι βέβαιο ότι έχουν αξιολογηθεί σωστά από την κυβέρνηση. Η διαφαινόμενη επιλογή του Αλέξη Τσίπρα ως βασικού αντιπάλου έχει μία εξηγήσιμη —επιφανειακή πάντως— βάση: ο Κυριάκος Μητσοτάκη τον έχει κερδίσει σε όλες ανεξαιρέτως τις εκλογικές αναμετρήσεις, λειτούργησε επανειλημμένως ως αποτελεσματικό φόβητρο για τους αμφιταλαντευόμενους ψηφοφόρους και επέδρασσε συσπειρωτικά για τη ΝΔ.

Πόσο βέβαιο είναι όμως ότι τα ίδια ακριβώς θα συμβούν και στις επόμενες εκλογές; Όσο και αν υπερτονίζεται το επιβαρυμένο παρελθόν του πρώην προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ, υπάρχει μία νέα καθοριστική παράμετρος στο πολιτικό σκηνικό. Αυτή είναι η επταετής μέχρι στιγμής —και ενδεχομένως οκταετής μέχρι την ώρα της κάλπης— θητεία της σημερινής κυβέρνησης. Από μόνο του αυτό το στοιχείο δημιουργεί πλήξη και κυβερνητική κόπωση σε ένα σημαντικό τμήμα του εκλογικού σώματος, πόσο μάλλον σε όσους πιέζονται από την ακρίβεια, το δυσβάσταχτο κόστος στέγασης ή καταλογίζουν στη διακυβέρνηση μεταρρυθμιστική ατολμία.

Χρίζοντας ένα πολιτικό πρόσωπο ως βασικό σου αντίπαλο υπό αυτές τις συνθήκες, διατρέχεις έναν μεγάλο κίνδυνο: να επαληθευτεί αυτό στην κάλπη. Ακόμη και αν ο Τσίπρας δεν κερδίσει τις εκλογές, ενδέχεται να καταστεί ο κυρίαρχος της αντιπολίτευσης και να διεκδικήσει τα περαιτέρω στην επόμενη περίοδο, με το Μέγαρο Μαξίμου να φέρει τότε το μερίδιο της ευθύνης που του αναλογεί για την πολιτική του ανάκαμψη.

Παράλληλα με αυτήν την επιλογή, στο επιτελείο του Κυριάκου Μητσοτάκη φαίνεται ότι υποτιμούν συστηματικά το ΠΑΣΟΚ και τον Νίκο Ανδρουλάκη, προεξοφλώντας ότι τα ιμάτια της αξιωματικής αντιπολίτευσης θα διαμοιραστούν ευνοϊκά για την κυβέρνηση. Ωστόσο, υπό το πρίσμα του πολιτικού ορθολογισμού, ορισμένοι αναλυτές εκτιμούν ότι ορθότερη επιλογή για την κυβέρνηση θα ήταν να αφήσει στη Χαριλάου Τρικούπη το έργο της αποδόμησης του πρώην πρωθυπουργού.

Κατ’ αναλογία, η καλλιέργεια της αίσθησης της εκ δεξιών απειλής από τον Αντώνη Σαμαρά, με στόχο την ενεργοποίηση του κομματικού φιλότιμου εναντίον του «αποστάτη», ενδέχεται να κρύβει παγίδες. Η προσπάθεια καλλιέργειας φόβου μπορεί να φέρει αντίθετα αποτελέσματα, συσπειρώνοντας ομάδες ψηφοφόρων που έχουν ενταχθεί στο αντι-Μητσοτακικό μέτωπο, το οποίο μάλλον υποτιμάται από το κυβερνητικό επιτελείο.

Μέσα στην πλήξη της πολιτικής επικαιρότητας του Αυγούστου, η έντονη αντιπαράθεση που έχει ξεσπάσει μεταξύ ΠΑΣΟΚ και Αλέξη Τσίπρα φανερώνει μία από τις πραγματικές διακυβεύσεις των προσεχών εκλογών: το ποιος θα κατακτήσει τη δεύτερη θέση και θα διαμορφώσει τους νέους πολιτικούς συσχετισμούς.

Ο Αλέξης Τσίπρας, ηγούμενος ενός μονοπρόσωπου κόμματος, μοιάζει να έχει επαναπαυθεί στα ευρήματα των δημοσκοπήσεων. Εμφανίζεται πλασαρισμένος στη δεύτερη θέση και επαναλαμβάνει τις ίδιες θέσεις του 2023, όταν έχασε με πάνω από 20 μονάδες διαφορά.

Σήμερα, ο πρώην πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ επιχειρεί μία σκηνοθετημένη και καλογυαλισμένη επικοινωνιακή καμπάνια στα κοινωνικά δίκτυα, με επαγγελματική υποστήριξη, εκδηλώσεις και γραφεία στη Λεωφόρο Αμαλίας. Το ζήτημα αυτό αναδείχθηκε ορθώς από το ΠΑΣΟΚ, το οποίο θέτει επιτακτικά το θέμα της χρηματοδότησης, καταρρίπτοντας το αφήγημα του «ηθικού πλεονεκτήματος».

Η πραγματικότητα συνοψίζεται στα εξής:

  • Αλέξης Τσίπρας: Είναι ένας πρώην Πρωθυπουργός δίχως κόμμα, που προσπαθεί να πείσει ότι είναι κάποιος άλλος, αλλά είναι καταδικασμένος να καταλήξει με τα ίδια στελέχη της τετραετούς διακυβέρνησής της εποχής του ΣΥΡΙΖΑ. Το στοίχημά του είναι αν μπορεί να ευδοκιμήσει χωρίς τις συνθήκες της οικονομικής κρίσης που τον δημιούργησαν.
  • ΠΑΣΟΚ: Παρά την έλλειψη σπιρτάδας και το γεγονός ότι ο Νίκος Ανδρουλάκης δεν πείθει ως δυνάμει Πρωθυπουργός, παραμένει ένας συγκροτημένος πολιτικός οργανισμός. Διαθέτει Κοινοβουλευτική Ομάδα, κομματική δομή, προγραμματικές προτάσεις και στελέχη με κυβερνητική εμπειρία. Μάλιστα, η προσχώρηση στελεχών από όλο το φάσμα της Αριστεράς προς το ΠΑΣΟΚ επιβεβαιώνει ότι πολλοί βλέπουν στη Χαριλάου Τρικούπη μεγαλύτερες πιθανότητες επανεκλογής.

Η επιλογή της Χαριλάου Τρικούπη να εξαπολύσει μετωπική επίθεση αποδομώντας το αφήγημα του «ηθικού πλεονεκτήματος» δείχνει ότι στο ΠΑΣΟΚ κατάλαβαν εγκαίρως το διακύβευμα.

Το επόμενο διάστημα, οι εξελίξεις θα κριθούν σε μεγάλο βαθμό από τις προσχωρήσεις στελεχών και τη δυνατότητα των δύο πλευρών να προσελκύσουν δυνάμεις. Το κρίσιμο ζητούμενο και για τους δύο παίκτες της αντιπολίτευσης παραμένει ένα: ποιος θα μπορέσει να καταστεί ο κύριος υποδοχέας των δυσαρεστημένων ψηφοφόρων που έχουν αποκλείσει οριστικά την ψήφο στη Νέα Δημοκρατία.

Share.

Comments are closed.

WordPress Πρόσθετο Cookie από το Real Cookie Banner