Τραπεζικό «Λοκ Άουτ» στην Επαρχία – Μετατρέπουν τον Μπακάλης σε μικροτράπεζα

0

Με πρόσχημα τον ευρωπαϊκό κανονισμό PSD3, κυβέρνηση και συστημικές τράπεζες οργανώνουν τη μαζική απόσυρση των ΑΤΜ, μετατρέποντας την πρόσβαση στο χρήμα από δικαίωμα σε… ρουλέτα και τα παντοπωλεία σε στόχους ληστών

Η ελληνική επαρχία ερημώνει. Δεν είναι πια μια αίσθηση, είναι μια μεθοδευμένη πολιτική. Μετά το λουκέτο σε σχολεία, ΕΛΤΑ και αγροτικά ιατρεία, η κυβέρνηση σε πλήρη σύμπνοια με το τραπεζικό σύστημα προχωρά στο πιο κυνικό βήμα: κόβει τον ομφάλιο λώρο του πολίτη με το ίδιο του το χρήμα. Το τραπεζικό «λοκ άουτ» δεν είναι πια σενάριο, είναι επίσημη παραδοχή.
Η αποκάλυψη ήρθε αθόρυβα, μέσα από μια γραπτή απάντηση στο πλαίσιο του κοινοβουλευτικού ελέγχου. Μετά από ερώτηση του  βουλευτή Ιωαννίνων και Αναπληρωτή Γραμματέα της Κ.Ο. του ΠΑΣΟΚ – Κινήματος Αλλαγής, Γιάννη Τσίμαρη, για την τραγική έλλειψη ΑΤΜ στα ορεινά χωριά της Πίνδου, η Γενική Γραμματέας Χρηματοπιστωτικού Τομέα και Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους, Θεώνη Αλαμπάση, απάντησε με ψυχρό, τεχνοκρατικό λόγο που σοκάρει. Η λύση, όπως είπε, είναι ήδη δρομολογημένη μέσω Βρυξελλών.
Μέσω της αναθεώρησης του ευρωπαϊκού πλαισίου για τις υπηρεσίες πληρωμών, του Κανονισμού PSR και της Οδηγίας PSD3, θεσμοθετείται και στην Ελλάδα η δυνατότητα ανάληψης μετρητών από εμπόρους λιανικής χωρίς να προηγείται αγορά.
Αυτολεξεί το έγγραφο-σοκ αναφέρει: «Θα προβλέπεται η δυνατότητα παροχής υπηρεσιών ανάληψης μετρητών από εμπόρους λιανικής μέσω φυσικών καταστημάτων, ακόμη και χωρίς να προηγείται αγορά αγαθών ή υπηρεσιών από τον πελάτη. Η παροχή των εν λόγω υπηρεσιών θα πραγματοποιείται σε προαιρετική βάση από τους εμπόρους λιανικής και αποσκοπεί στη βελτίωση της διαθεσιμότητας μετρητών, ιδίως σε περιοχές με περιορισμένη πρόσβαση σε ΑΤΜ ή τραπεζικά καταστήματα».
Πίσω από τη φράση «βελτίωση της διαθεσιμότητας» κρύβεται η απόλυτη ιδιωτικοποίηση της ευθύνης.

Το κόλπο με το POS: Ο καφετζής-ταμίας
Ας δούμε την πρακτική εικόνα. Ένας συνταξιούχος σε ένα χωριό των Τζουμέρκων ή σε ένα νησί της άγονης γραμμής δεν θα πηγαίνει πια στο ΑΤΜ. Θα πηγαίνει στο καφενείο. Θα δίνει την κάρτα του στον καφετζή, ο οποίος θα τη χρεώνει μέσω του POS και θα του δίνει στη συνέχεια χαρτονομίσματα από το ταμείο του.

Με απλά λόγια, ο μπακάλης, ο παντοπώλης, ο ιδιοκτήτης του καφενείου βαφτίζεται εν μια νυκτί άτυπος τραπεζοϋπάλληλος, χωρίς εκπαίδευση, χωρίς ασφάλεια, χωρίς αμοιβή.
Και εδώ ξεκινά το θέατρο του παραλόγου. Η κυβέρνηση απαντά ότι ο έμπορος θα δίνει μετρητά «από τις καθημερινές του εισπράξεις». Την ίδια στιγμή όμως, η ίδια κυβέρνηση με διαδοχικά φορολογικά νομοσχέδια κυνηγάει τα μετρητά, επιβάλλει καθολική χρήση POS παντού, ακόμη και για 1 ευρώ, και σπρώχνει βίαια όλη την αγορά στην ψηφιακή συναλλαγή. Πώς θα έχει ρευστό στο συρτάρι ο έμπορος όταν το κράτος φροντίζει να μην κυκλοφορεί ρευστό;
Πρόκειται για μια μνημειώδη αντίφαση. Στερεύουν την αγορά από φυσικό χρήμα και απαιτούν από τον μικρομεσαίο να λειτουργεί ως δεξαμενή ρευστότητας για όλο το χωριό.
Και τι γίνεται όταν το ταμείο είναι άδειο; Η κ. Αλαμπάση το ξεκαθαρίζει: η υπηρεσία είναι προαιρετική. Δηλαδή, αν ο παντοπώλης δεν έχει εισπράξει, θα λέει απλώς «όχι» στον ηλικιωμένο. Η πρόσβαση στο χρήμα, κατοχυρωμένο συνταγματικό δικαίωμα, μετατρέπεται σε ζήτημα τύχης, καλής θέλησης ή του αν δούλεψε καλά το καφενείο το Σαββατοκύριακο. Αν δεν δούλεψε, ο συνταξιούχος τη Δευτέρα δεν θα έχει χρήματα ούτε για ψωμί.

Ανάληψη με το σταγονόμετρο: Το όριο των 50 ευρώ
Για να χρυσωθεί το χάπι, οι Βρυξέλλες εισάγουν ένα όριο-χλευασμό. Σύμφωνα με τις κατευθυντήριες της PSD3, το ανώτατο όριο ανάληψης χωρίς αγορά είναι 50 ευρώ ανά συναλλαγή.

Τι σημαίνει αυτό; Ότι για μια σύνταξη 500 ευρώ, ο ηλικιωμένος θα πρέπει να επισκεφθεί δέκα φορές τον μπακάλη, να παρακαλέσει δέκα φορές να του «χτυπήσει» την κάρτα, εφόσον το επιτρέψει το τραπεζικό σύστημα ασφαλείας και εφόσον υπάρχουν 500 ευρώ στο συρτάρι του καταστήματος. Μιλάμε για πλήρη εξευτελισμό της αξιοπρέπειας.
Το κράτος καταδικάζει τους πολίτες της περιφέρειας να ζουν με το σταγονόμετρο, να μην μπορούν να διαχειριστούν τα χρήματα μιας ζωής. Αν προκύψει μια έκτακτη ανάγκη υγείας, μια βλάβη στο τρακτέρ, η πληρωμή ενός συνεργείου, η απάντηση του «σύγχρονου» συστήματος είναι ο απόλυτος εγκλωβισμός.

Το πάρτι των τραπεζών και το κόστος λειτουργίας
Γιατί γίνεται όλο αυτό; Η απάντηση είναι κυνικά απλή: μείωση κόστους.

Οι συστημικές τράπεζες, αφού ανακεφαλαιοποιήθηκαν τρεις φορές με τα χρήματα του Έλληνα φορολογούμενου στα χρόνια των μνημονίων, σήμερα καταγράφουν κέρδη-ρεκόρ που ξεπερνούν τα 4 δισ. ευρώ ετησίως. Κέρδη που δεν προέρχονται από τη χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας, αφού οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις παραμένουν αποκλεισμένες από τον δανεισμό, αλλά από τις εξωφρενικές προμήθειες και το τεράστιο επιτοκιακό περιθώριο ανάμεσα στα μηδενικά επιτόκια καταθέσεων και στα πανάκριβα επιτόκια χορηγήσεων.
Αντί η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας να επιβάλει στις τράπεζες την υποχρέωση διατήρησης ενός ελάχιστου δικτύου καταστημάτων και ΑΤΜ ανά νομό ως κοινωνικό αντιστάθμισμα για τη διάσωσή τους, λειτουργεί ως συνήγορός τους. Κάθε λουκέτο σε κατάστημα σημαίνει λιγότερα ενοίκια, λιγότερες χρηματαποστολές, λιγότερο προσωπικό. Με την PSD3, απαλλάσσονται οριστικά από το «βάρος» της επαρχίας.
Όλη η βαριά και επικίνδυνη δουλειά της διαχείρισης μετρητών – καταμέτρηση, φύλαξη, διανομή – μεταβιβάζεται δωρεάν στον ιδιώτη. Και για κάθε χτύπημα στο POS του παντοπωλείου, οι τράπεζες και οι πάροχοι εκκαθάρισης θα εισπράτουν κανονικά την προμήθειά τους, διατηρώντας την κυριαρχία τους χωρίς να ξοδεύουν ούτε ένα ευρώ σε υποδομή.
Είναι το τέλειο έγκλημα: ιδιωτικοποιούν το κέρδος και κοινωνικοποιούν το ρίσκο.

Βόμβα ασφαλείας: Τα μπακάλικα στόχος ληστών
Η πιο επικίνδυνη πτυχή αποσιωπάται. Ένα τραπεζικό κατάστημα και ένα ΑΤΜ διαθέτουν θωρακισμένες πόρτες, συναγερμούς, κάμερες, συστήματα έκρηξης μελανιού στα χαρτονομίσματα, χρηματαποστολές με θωρακισμένα οχήματα και ένοπλους φρουρούς.

Τι διαθέτει το καφενείο του χωριού; Ένα ξύλινο συρτάρι.
Με τη θεσμοθέτηση της ανάληψης χωρίς αγορά, η κυβέρνηση μετατρέπει ουσιαστικά κάθε μικρό κατάστημα της επαρχίας σε απροστάτευτο στόχο για εγκληματικές ομάδες. Όταν γίνει γνωστό ότι ο μπακάλης κρατάει στο ταμείο του 500 και 1000 ευρώ για να εξυπηρετήσει τους συνταξιούχους, γίνεται αυτόματα μαγνήτης για ληστείες.
Ο επαγγελματίας της περιφέρειας, ήδη γονατισμένος από την ακρίβεια και την υπερφορολόγηση, καλείται να ζει με τον μόνιμο φόβο. Και αυτό σε μια εποχή που η αστυνομική παρουσία στην επαρχία έχει υποβαθμιστεί δραματικά, με τμήματα να κλείνουν ή να υπολειτουργούν με έναν αστυνομικό.
Να ζητάς από τον 70χρονο καφετζή να κάνει τον ταμία τράπεζας χωρίς καμία υποδομή ασφάλειας, δεν είναι απλώς ανευθυνότητα. Είναι εγκληματική αδιαφορία για την ανθρώπινη ζωή.

Ο θάνατος της επαρχίας
Η ερώτηση Τσίμαρη ανέδειξε αυτό που ζουν καθημερινά οι κάτοικοι στα Γιάννενα, στην Ήπειρο, στη Δυτική Μακεδονία, στα νησιά. Η απάντηση Αλαμπάση επιβεβαίωσε τον χειρότερο φόβο: δεν υπάρχει κανένα σχέδιο ανακοπής της ερήμωσης. Υπάρχει επιτάχυνση.

Η πρόσβαση σε μετρητά δεν είναι πολυτέλεια. Για τις μεγαλύτερες ηλικίες που δεν έχουν e-banking, είναι προϋπόθεση επιβίωσης. Όταν στερείς από τον πολίτη το δικαίωμα να πάρει τη σύνταξή του στον τόπο του, του λες ξεκάθαρα: Φύγε. Πήγαινε στην πόλη.
Αυτή η πολιτική οδηγεί μαθηματικά στο σβήσιμο των χωριών, στη συγκέντρωση του πληθυσμού στα αστικά κέντρα και στην εγκατάλειψη της παραγωγικής υπαίθρου. Το «μπαλάκι» της ευθύνης πετάχτηκε από την κυβέρνηση στις τράπεζες και από τις τράπεζες στο ταμείο του μικρού εμπόρου.
Και ο πολίτης; Ο πολίτης θα ψάχνει ΑΤΜ όπως ψάχνει νερό στην έρημο.

Share.

Comments are closed.

WordPress Πρόσθετο Cookie από το Real Cookie Banner