Όταν η αβανγκάρντ ζωγραφική συνάντησε τη θρησκευτική κατάνυξη στο 57ο χιλιόμετρο Αθηνών – Σουνίου: Το χρονικό της εκκλησίας που δίχασε την Ιεραρχία, η ιερή παρακαταθήκη του σπουδαίου ζωγράφου και ο αγώνας διάσωσης από την αλμύρα.
Στο 57ο χιλιόμετρο της παραλιακής λεωφόρου Αθηνών – Σουνίου, στον γαλήνιο και γραφικό Όρμο Καταφυγή της Παλαιάς Φώκαιας, βρίσκεται ένα αρχιτεκτονικό και καλλιτεχνικό κόσμημα που δεν υπάρχει άλλο σε ολόκληρη την Ελλάδα. Ο λόγος για την Παναγία Καταφυγιώτισσα, έναν ιερό ναό που συμπληρώνει φέτος 29 χρόνια από τη δημιουργία του και αποτελεί σημείο τομής ανάμεσα στη θρησκευτική παράδοση και τη σύγχρονη εικαστική πρωτοπορία.
Το παραθαλάσσιο ξωκκλήσι ξεχωρίζει από κάθε άλλο, καθώς το εσωτερικό του κοσμούν οι εντυπωσιακές τοιχογραφίες που φιλοτέχνησε με το πινέλο του ο σπουδαίος Έλληνας ζωγράφος Δημήτρης Μυταράς, ύστερα από συνεννόηση και στενή συνεργασία με τον Εξωραϊστικό Σύλλογο της περιοχής.
Η ανιδιοτελής προσφορά του δασκάλου και η «πρωτοποριακή προσευχή»
Η ιστορία του ναού ξεκινά πριν από σχεδόν τρεις δεκαετίες. Πρόκειται για ένα μικρό εκκλησάκι χτισμένο σε ιδιόκτητο χώρο, ο οποίος παραχωρήθηκε από την κοινότητα της Παλαιάς Φώκαιας στον Εξωραϊστικό Σύλλογο «Ο Ποσειδώνας» με σκοπό την ανέγερση ναού.
Ο Δημήτρης Μυταράς, ο οποίος εκείνη την εποχή διατηρούσε την εξοχική του κατοικία στον οικισμό, ζήτησε αυτοβούλως να αναλάβει την αγιογράφηση και τον εικαστικό διάκοσμο.
Ο κορυφαίος δημιουργός, έχοντας συμπληρώσει τότε τα 70 χρόνια ζωής, εργάστηκε ασταμάτητα επί εννέα μήνες για να παραδώσει το έργο στην τοπική κοινωνία. Δεν ζήτησε ποτέ χρήματα, ούτε για τις εργατοώρες που επένδυσε αλλά ούτε καν για τα υλικά που χρησιμοποίησε, προσφέροντας ένα ανεκτίμητο δώρα πολιτισμού.
Η σφοδρή σύγκρουση με την Εκκλησία και το «απαγορευτικό»
Η πρόθεση του καλλιτέχνη να μην ακολουθήσει την αυστηρή τεχνοτροπία και τους κανόνες της βυζαντινής αγιογραφίας, αλλά να αποδώσει το θείο δράμα με τον δικό του εξπρεσιονιστικό τρόπο —γεμάτο φως, θαλασσινές αποχρώσεις, αγγέλους και πουλιά— προκάλεσε τις σφοδρές αντιδράσεις της Εκκλησίας.
Η οικεία Ιερά Μητρόπολη αρνήθηκε να αναγνωρίσει τον εικαστικό διάκοσμο ως αποδεκτή αγιογραφία, με αποτέλεσμα να επιβάλει αυστηρή απαγόρευση για την τέλεση κάθε τύπου μυστηρίου (γάμοι, βαπτίσεις) στο εσωτερικό του.
Πέραν όμως από τις τοιχογραφίες, αυτό που ξένισε ιδιαίτερα τους εκπροσώπους της Εκκλησίας ήταν μια ιδιόχειρη σημείωση που είχε αφήσει ο Δημήτρης Μυταράς στον ναό. Σε αυτήν συμπύκνωνε την υπαρξιακή και πνευματική του αναζήτηση:
«Είναι μια προσευχή που πάντοτε χρωστούσα, αν υπάρχει Θεός είναι εδώ μέσα».
Η αθρόα προσέλευση τον Δεκαπενταύγουστο και ο αγώνας διάσωσης
Παρά τις μακροχρόνιες αντιδράσεις και τον εκκλησιαστικό αποκλεισμό, ανήμερα του Δεκαπενταύγουστου ο ναός άνοιξε ξανά τις πύλες του. Πλήθος από επισκέπτες, πιστούς αλλά και λάτρεις της τέχνης έσπευσαν να προσκυνήσουν και να θαυμάσουν από κοντά αυτό το μοναδικό σημείο συνάντησης όπου η βαθιά θρησκευτική κατάνυξη συνδιαλέγεται με την αβανγκάρντ τέχνη.
Σήμερα, πάγιο αίτημα των κατοίκων του οικισμού —που αριθμεί περίπου 280 σπίτια— είναι η επαναλειτουργία του ναού για την τέλεση μυστηρίων των ανθρώπων της περιοχής. Ταυτόχρονα, εκφράζεται αγωνία για την προστασία των έργων, καθώς η άμεση εγγύτητα με το θαλασσινό νερό, η αυξημένη υγρασία και η αλμύρα απειλούν να φθείρουν και να σβήσουν αυτό το μοναδικό έργο ζωής.
Μια αχτίδα ελπίδας ανέτειλε το 2024, καθώς με γενναία δωρεά του Ιδρύματος Αθανασίου και Μαρίνας Μαρτίνου τέθηκε σε τροχιά υλοποίησης ένα ευρύ έργο αποκατάστασης του Ιερού Ναού και του περιβάλλοντος χώρου, ενώ παράλληλα πραγματοποιήθηκε και η προμήθεια απαραίτητων εκκλησιαστικών ειδών, εξασφαλίζοντας τη διάσωση της πολιτιστικής κληρονομιάς του Μυταρά.

