Ο Νικόλας έραξε στο µονοπάτι επιβλητικός και θηριώδης! Με τη δεσποτική, κατάµαυρη γενειάδα του, το µεϊντανογέλεκο, τη στραβοφορεµένη χρυσοκέντητη σκούφια του και την αγκλίτσα περασµένη στον ώµο του! Ήξερε πως τέτοια ώρα ο Φώτης ο αγαπηµένος του πρωτοξάδερφος, θα ’βοσκε τα πρόβατά του στην Παλιόστανη και κίνησε να τον ανταµώσει. Ήθελε να κουβεντιάσουν για ένα προξενιό που του ’καναν για την κόρη του από τα µέρη της Μακρυνείας. Τη γνώµη του ξαδέρφου την εκτιµούσε αφάνταστα. Ο Φώτης σαν τον είδε προσηκώθηκε από την πουρνάρα, όπου λιαζότανε, κι έτρεξε να υποδεχτεί τον ξάδερφό του. Αρκετά νεότερος ο τσοπάνης, αγαπούσε και σεβόταν το µεγαλύτερο ξάδερφό του. Αντάµωσαν και σταυροφιλήθηκαν:
– Χρόνια και ζαµάνια έχω να σε δω ορέ Φώτη!
– Αµ’ εγώ δεν κατεβαίνω εύκουλα στου χουριό Νικόλα. ∆ε µ’ βολεί γλέπ’ς να ξαχουρτίσου από δω παν’ και να ’ρθου να παίξουµι µια πρέφα στου καφενείου!
Γρήγορα άφησαν τα χωρατά, µπήκαν στο… ψητό, απορροφήθηκαν από την κουβέντα και… το κακό δεν άργησε να γίνει. Αποξεχάστηκε ο Φώτης, ξέφυγαν τα πρόβατα από την προσοχή του και µπήκαν στο σπαρµένο του γερο Μήτρου. Όταν έτρεξε ήταν αργά. Η ζηµιά είχε γίνει…
– Αγαπάει ου Θεός τουν κλέφτ’ αγαπάει κι τουν νοικοκύρ’ ουρέ ζαγάρ’!
Ο αγροφύλακας, ο Κούτσικος, θηρίο µοναχό στην εφαρµογή του νόµου, στεκόταν τώρα µε τα χέρια σταυρωµένα και καραούλιζε τον τσοπάνη.
– Αµάν καπιτάνιε, δεν έγινε και ζηµιά µεγάλ’! Θα βρου του γέρου Μήτρου να συµβιβαστούµι!
– Αυτά να τα πεις στου δικαστήριου! Ή θα µπει τάξη σε τούτου τουν τόπου ή αλλιώς κράτους δεν γένετι!
Αµ’ έπος, αµ’ έργον! Καθώς µάλιστα ο γερο Μήτρος είχε πάει ταξίδι στην κόρη του στην Πάτρα, ο Κούτσικος δεν δίστασε: η παρανοµία ήταν σκαστή και… «αυτεπαγγέλτως» τράβηξε µήνυση για «αγροζηµία» κατά του δυστυχούς Φώτη! Μάλιστα, για να µην υπάρχει ελπίδα σωτηρίας για τον παρανοµήσαντα, έβαλε και µάρτυρα κατηγορίας τον Νικόλα, αυτόπτη µάρτυρα της παρανοµίας!
∆εν πέρασε δίµηνο από το συµβάν κι ο αγρονόµος µε τον εισπράκτορα ήρθαν στο χωριό για να εκδικάσουν τις «αγροζηµίες» και να εισπράξουν για το γκουβέρνο…
Στο καφενείο του µπάρµπα Γάκια, που είχε µετατραπεί για την περίσταση σε… αίθουσα δικαστηρίου, είχαν προσέλθει οι χωριάτες, σκυφτοί και ταπεινοί, αναµένοντας την κρίση του κρατικού λειτουργού. Κράτος είναι αυτό, δεν παίζει κανείς µε τη φωτιά! Ο αγρονόµος καθόταν σ΄ ένα τραπέζι πίσω από µια στοίβα χαρτιά, µε τον εισπράκτορα δίπλα του να εκτελεί χρέη γραµµατέα και τον Κούτσικο παραδίπλα ορθό να επιβλέπει – σκυλί µονάχο – την τήρηση της τάξεως! Στο µπροστινό τραπέζι ένα µικρό Ευαγγέλιο για να ορκίζονται οι µάρτυρες.
Σε µια άκρη της αίθουσας ο Νικόλας καταστενοχωρηµένος χάιδευε τα δασιά του γένια κι έστριβε τα τσιγάρα απανωτά. «Που να µην έσουνα να πάω στ’ Παλιόστανη… Ήρθε αυτός ο γιούδας ου Κούτσικους πάν’ στ’ν ώρα. Γράτ΄σαν ούλα τα χουριά από δαύτουν! Μα να µην παίρνει από κ’βέντες ου χριστιανός; Και τι να ειπού τώρα στου δικαστήριου; Να παλαµίσου Ευαγγέλιου και να ειπού ψέµατα; Μα πάλι να κάψου τουν ξάδερφου; Ένα αίµα είµαστι…» συλλογιζόταν ο έντιµος Νικόλας αντιµετωπίζοντας το µεγαλύτερο δίληµµα της ζωής του. Η φωνή του αγρονόµου τον έβγαλε από τις σκέψεις του:
– Νικόλαος Βαθιάς!
– Παρών κυρ αγρουνόµι!
– Για πλησίασε…
Ήδη είχε εξετάσει το γέρο Μήτρο, που χωρίς δυσκολία είχε δεχτεί την αποζηµίωση που πρότεινε ο Φώτης, προς µεγάλη δυσφορία του αγροφύλακα, που φυσούσε και ξεφυσούσε σαν δεντρόγαλος: «Τι στου διάουλου τους έχουµι τους νόµους»;
Ζύγωσε ο Νικόλας αποφασισµένος να… αθωώσει τον ξάδερφό του. Απορροφηµένος στις σκέψεις του δεν είχε ακούσει τα όσα διαµείφθηκαν µεταξύ αγρονόµου και ενδιαφεροµένων.
Το άγριο παρουσιαστικό του, το τσιγκελωτό µουστάκι, τα σµιχτά φρύδια του, µα πάνω απ όλα η δασύτριχη γενειάδα, που σαν ποταµός ξεχυνόταν στο στήθος του, εντυπωσίασαν τον ευφυή και λίγο είρωνα λειτουργό της Θέµιδας, ο οποίος χρόνια γύριζε στα χωριά και πάλευε να συµβιβάσει στη συνείδησή του την πονηριά ή την αφέλεια, κατά περίσταση, των χωρικών και τη φτώχεια τους, µε τον υπερβάλλοντα ζήλο των οργάνων της τάξεως και µε τους άκαµπτους νόµους του κράτους!
– Ονοµάζεσαι;
– Νικόλαος Βαθιάς του Γεωργίου και της Φιορούλας.
– Ετών;
– Σαρανταπέντε.
– Επάγγελµα;
– Κτηνουτρόφους.
– Ορκίζοµαι να είπω την αλήθειαν…
– Ουρκίζουµι κυρ αγρουνόµι!
– Πριν µπω στην υπόθεση θέλω να µου πεις ορέ Βαθιά, γιατί δεν τα κόβεις αυτά τα γένεια; Θα είναι από την εποχή του… Κολοκοτρώνη, χώρια που θα ’χουν γεµίσει ζωύφια…
– Αµ’ λόγγους χωρίς ζ’ λάπια γένετι κυρ’ αγρουνόµι;
Χαµογέλασε ο θεµιστοπόλος από την ετοιµόλογη απάντηση του χωριάτη και πέρασε στην… ουσία:
– Για λέγε µας τι ξέρεις για την υπόθεση. Έκανε µεγάλη ζηµιά ο Φώτιος Παλιορούτας;
– Αµ’ γάτους ήταν ου Φωτ’ς να καµ’ ζηµιά;
– Μα πώς, εδώ τα πρόβατά του µπήκαν σε ξένο χωράφι.
– Σάµατις ρώτ’σανι τα ζουντανά!…
– Ναι, αλλά έφαγαν την ξένη βρώµη…
– Αφού πείναγαν τα ζουµπεράκια!
Ο αγρονόµος και µαζί όλοι οι παριστάµενοι ξέσπασαν σε γέλια.
Αθώος ο κατηγορούµενος! Να τα βρείτε µόνο µε το γερο Μήτρο, απεφάνθη ο αγρονόµος µε τα µάτια δακρυσµένα από τα γέλια…
Σημείωση: Η σκηνή του καφενείου είναι προϊόν Τεχνητής Νοημοσύνης
* Ο Νίκος Χαλαζιάς είναι φιλόλογος
Πατήστε εδώ και δείτε τα 2 προηγούμενα άρθρα του Νίκου Χαλαζιά