Πώς οι εισαγγελικές αρχές προσπερνούν επιδεικτικά νέα επιβαρυντικά στοιχεία, καταθέσεις πρώην πρωθυπουργών και αποκαλύψεις, αφήνοντας το σκάνδαλο Predator στο αρχείο.
Συμπληρώθηκαν ήδη δύο χρόνια και κάτι ημέρες από τη στιγμή που η τότε εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Γεωργία Αδειλίνη, προέβη στην επίσημη ανακοίνωση για την ολοκλήρωση της πολυαναμενόμενης προκαταρκτικής εξέτασης. Επρόκειτο για την έρευνα που είχε ανατεθεί και διενεργηθεί από τον αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αχιλλέα Ζήση, με αντικείμενο την πλήρη διαλεύκανση του πολυεπίπεδου σκανδάλου των υποκλοπών που συγκλόνισε τα θεμέλια του πολιτεύματος.
Το τελικό αποτέλεσμα εκείνης της εισαγγελικής κρίσης συμπυκνώθηκε στην άσκηση ποινικής δίωξης μόλις κατά τεσσάρων ιδιωτών, και μάλιστα αποκλειστικά για πλημμεληματικές πράξεις που σχετίζονταν με τη χρήση και εμπορία του παράνομου λογισμικού Predator. Την ίδια στιγμή, το αμφιλεγόμενο πόρισμα αποφαινόταν κατηγορηματικά ότι ουδεμία ένδειξη ή στοιχείο προέκυπτε που να συνδέει την ΕΥΠ, την κυβέρνηση ή κρατικούς αξιωματούχους με τη λειτουργία και τις παρακολουθήσεις μέσω του κατασκοπευτικού λογισμικού.
Η εξέλιξη εκείνη προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων, τόσο στο νομικό κόσμο όσο και στην πολιτική σκηνή, όχι μόνο για το περιεχόμενο του συμπεράσματος αλλά και για τη διάτρητη διαδικασία που ακολουθήθηκε. Το πόσο πρόχειρη και άχαρη δουλειά είχε γίνει από την πλευρά του κ. Ζήση αποδείχθηκε στη συνέχεια με τον πιο περίτρανο τρόπο μέσα στην ίδια την δικαστική αίθουσα, κατά τη διάρκεια της πρωτοβάθμιας δίκης για τις υποκλοπές.
Σήμερα, δύο χρόνια μετά, η ανώτατη Δικαιοσύνη φαίνεται πως εξακολουθεί να εμφορείται από την ίδια απροθυμία να ανοίξει επί της ουσίας την έρευνα. Παρά το γεγονός ότι στο μεταξύ έχει καταρρεύσει η αρχική αφήγηση και έχουν έρθει στο φως ουκ ολίγα νέα και συντριπτικά στοιχεία, η ηγεσία της εισαγγελίας αρνείται πεισματικά να πράξει το αυτονόητο. Ο νέος εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Ευάγγελος Μπακέλας, επέλεξε να λειτουργήσει ως πιστό αντίγραφο των προκατόχων του. Προχώρησε έτσι στο «θάψιμο» της υπόθεσης για τρίτη συνεχόμενη φορά, επαναλαμβάνοντας σαν στερεότυπη επωδό την ίδια βολική κρίση: ότι δήθεν «δεν προέκυψαν νέα ουσιώδη στοιχεία» που να δικαιολογούν την έναρξη μιας νέας προκαταρκτικής έρευνας.
Γεννάται όμως το εύλογο και αμείλικτο ερώτημα: Ευσταθεί πράγματι αυτός ο ισχυρισμός; Η κυβέρνηση, όπως ήταν αναμενόμενο, σπεύδει να οχυρωθεί πίσω από τη γνωμοδότηση του ανώτατου εισαγγελικού λειτουργού. Επιστρατεύει για ακόμη μία φορά ξύλινους λόγους περί δήθεν απόλυτου σεβασμού στην ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης και στις αποφάσεις των οργάνων της, επιχειρώντας να κλείσει οριστικά τη συζήτηση.
Ωστόσο, οφείλουμε να ξεκαθαρίσουμε κάτι θεμελιώδες. Προφανώς και ο θεσμικός σεβασμός στη Δικαιοσύνη είναι αδιαμφισβήτητος σε μια ευνομούμενη πολιτεία. Σε καμία όμως περίπτωση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η λογική ότι οι αποφάσεις των δικαστικών λειτουργών είναι «γραμμένες στην πέτρα» και παραμένουν στο απυρόβλητο της κριτικής. Εν προκειμένω, ο κ. Μπακέλας εκλήθη να εξετάσει τέσσερα συγκεκριμένα αιτήματα ανάσυρσης της υπόθεσης από το αρχείο, εκ των οποίων το ένα υποβλήθηκε από πρώην πρωθυπουργό της χώρας.
Για τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου φαίνεται πως συνιστά ήσσονος σημασίας γεγονός το να προσέρχεται ένας πρώην πρωθυπουργός και να ζητά επίμονα τη διερεύνηση της παρακολούθησής του για το κακουργηματικό αδίκημα της κατασκοπείας. Παράλληλα, θεωρήθηκε εντελώς αδιάφορο το γεγονός ότι δημοσιεύθηκαν επανειλημμένα αποκαλυπτικές δηλώσεις του Ταλ Ντίλιαν —βασικού πρωταγωνιστή και πρωτόδικα καταδικασμένου στην υπόθεση των υποκλοπών— στις οποίες φωτογράφιζε ευθέως την ΕΥΠ και το Μέγαρο Μαξίμου για τη χρήση του Predator. Ο κ. Μπακέλας δεν θεώρησε απαραίτητο, ούτε καν για την τήρηση των προσχημάτων, να τον καλέσει και να τον εξετάσει ενδελεχώς.
Επιπλέον, η εισαγγελική αρχή προσπέρασε επιδεικτικά την απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθήνας. Τόσο ο κ. Τζαβέλλας όσο και ο κ. Μπακέλας συμπεριφέρθηκαν σαν να μην υπήρξε ποτέ αυτή η δίκη, σαν να μην καταδικάστηκαν τέσσερα κομβικά πρόσωπα και σαν να μην αναδύθηκαν νέα τρανταχτά στοιχεία κατά τη ζωντανή ακροαματική διαδικασία. Ένα από αυτά ήταν ο σκοτεινός ρόλος του περίφημου «κρεοπώλη», τον οποίο η κατά τα άλλα «ενδελεχής» έρευνα του κ. Ζήση είχε αφήσει εντελώς ανέγγιχτο και στο απυρόβλητο.
Την ίδια στιγμή, ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δεν φάνηκε να συγκινείται ούτε από τη «γενναία αυτοθυσία» του Γρηγόρη Δημητριάδη. Στις δημόσιες συνεντεύξεις που παραχώρησε ο πρώην ισχυρός άνδρας και πρωθυπουργικός ανιψιός, η κοινή γνώμη παρακολουθούσε έκπληκτη έναν θεσμικό παράγοντα να μιλά για το σκάνδαλο με όρους υποκόσμου, Μαφίας και «σφαίρας» που δέχθηκε ο ίδιος. Ο κ. Μπακέλας παρέμεινε θεατής, χωρίς να κρίνει σκόπιμο να τον καλέσει ώστε να διαπιστώσει ποιες ευθύνες ανέλαβε, ποιους κάλυψε και γιατί οι δημόσιες παραδοχές του έρχονταν σε πλήρη ευθεία σύγκρουση με όσα είχε καταθέσει στον κ. Ζήση, όπου δήλωνε πλήρη άγνοια.
Παρά τη νέα προσπάθεια συσκότισης, η πλευρά της υποστήριξης της κατηγορίας διαμηνύει ότι χάθηκε απλώς μία ακόμη μάχη και όχι ο πόλεμος. Οι πληροφορίες αναφέρουν ότι από τον Σεπτέμβριο ο κ. Μπακέλας θα βρεθεί εκ νέου ενώπιον συντριπτικών στοιχείων που θα καθιστούν αδύνατη τη συνειδητή αποφυγή της έρευνας.
Ταυτόχρονα, το ενδιαφέρον στρέφεται στο Εφετείο της υπόθεσης που είναι προγραμματισμένο για τον Δεκέμβριο. Εκεί, ενώπιον της δικαιοδοσίας του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, πρόκειται να παρουσιαστεί ο όγκος των αδιάσειστων στοιχείων που αρνήθηκε να αξιολογήσει η ηγεσία του Αρείου Πάγου. Η διαδικασία αυτή αναμένεται να προκαλέσει έντονη δημοσιότητα και αυστηρή κριτική για τη στάση των ταγών της Δικαιοσύνης, οι οποίοι, αν και είχαν όλα τα δεδομένα στα χέρια τους, επέλεξαν την αδράνεια. Άλλωστε, δεν είναι η πρώτη φορά που συγκεκριμένα πρόσωπα σε καίριες θεσμικές θέσεις ύψωσαν εμπόδια στην πλήρη διαλεύκανση μιας υπόθεσης που πληγώνει βαθιά τη δημοκρατία. Τότε, όμως, θα έχουν διεξαχθεί οι εθνικές εκλογές…