Η δικαστική απόφαση της 21ης Μαΐου για το CHP δεν αποτελεί απλώς ακόμη ένα επεισόδιο αυταρχισμού στην Τουρκία. Συνιστά μια ιστορική τομή, καθώς για πρώτη φορά ο στόχος δεν είναι μόνο η αποδυνάμωση της αντιπολίτευσης, αλλά η πλήρης ανακατασκευή της υπό τον έλεγχο της εξουσίας.
Η Τουρκία του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν έχει περάσει εδώ και χρόνια σε μια περίοδο βαθιάς θεσμικής και πολιτικής κρίσης. Ωστόσο, ακόμη και μέσα σε αυτή τη μακρά διαδρομή αυταρχικής διολίσθησης, η απόφαση εφετείου της Άγκυρας στις 21 Μαΐου θεωρείται από πολλούς αναλυτές ως μια από τις πιο καθοριστικές και επικίνδυνες καμπές της σύγχρονης τουρκικής ιστορίας.
Το δικαστήριο ακύρωσε το συνέδριο του 2023 του Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος (CHP), του ιστορικού κόμματος που ίδρυσε ο Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ και αποτελεί σήμερα τη βασική δύναμη της τουρκικής αντιπολίτευσης. Επικαλούμενο καταγγελίες περί εξαγοράς ψήφων συνέδρων, το δικαστήριο όχι μόνο ακύρωσε τη διαδικασία, αλλά ανέστειλε ουσιαστικά και τη νόμιμη ηγεσία του κόμματος, επαναφέροντας τον πρώην πρόεδρο Κεμάλ Κιλιτσντάρογλου.
Η εξέλιξη αυτή δεν ήρθε ξαφνικά. Προηγήθηκε η σύλληψη και φυλάκιση του δημάρχου Κωνσταντινούπολης Εκρέμ Ιμάμογλου, του πολιτικού που θεωρούνταν ο πιο ισχυρός αντίπαλος του Ερντογάν ενόψει των προεδρικών εκλογών του 2028. Παράλληλα, επί μήνες εντεινόταν η πίεση προς δημάρχους και δημοτικές αρχές που ελέγχονται από το CHP, με συνεχείς διώξεις, απειλές και διορισμούς επιτρόπων.
Για πολλούς πολιτικούς αναλυτές, η συγκεκριμένη απόφαση δεν αποτελεί απλώς ακόμη μία παραβίαση του κράτους δικαίου. Η Τουρκία άλλωστε διαθέτει μακρά ιστορία δικαστικών παρεμβάσεων στην πολιτική ζωή. Από τα πραξικοπήματα του παρελθόντος μέχρι το κλείσιμο πολιτικών κομμάτων και τις διώξεις πολιτικών αντιπάλων, η τουρκική δημοκρατία έχει επανειλημμένα δοκιμαστεί.
Αυτό που διαφοροποιεί όμως τη σημερινή συγκυρία είναι ο ίδιος ο στόχος της παρέμβασης. Μέχρι τώρα, η στρατηγική του καθεστώτος Ερντογάν επικεντρωνόταν κυρίως στην εξουδετέρωση συγκεκριμένων πολιτικών προσώπων ή στη συρρίκνωση του δημόσιου χώρου δράσης της αντιπολίτευσης. Σήμερα, για πρώτη φορά, η επιχείρηση φαίνεται να στοχεύει στην αναδιαμόρφωση της ίδιας της αντιπολίτευσης.
Δεν πρόκειται πλέον μόνο για τη φίμωση ενός δημάρχου ή τη φυλάκιση ενός πολιτικού αντιπάλου. Το επίκεντρο είναι πλέον ολόκληρος ο κομματικός μηχανισμός του CHP — ο θεσμικός πυλώνας γύρω από τον οποίο θα μπορούσε να οικοδομηθεί μια μελλοντική πολιτική ανατροπή του Ερντογάν.
Η αυταρχική πορεία της Τουρκίας έχει ήδη καταγράψει πολλούς σκοτεινούς σταθμούς: τις μαζικές εκκαθαρίσεις μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του 2016, τη φυλάκιση του φιλοκουρδικού ηγέτη Σελαχατίν Ντεμιρτάς, την αντικατάσταση εκλεγμένων δημάρχων με κρατικούς επιτρόπους και τις αλλεπάλληλες διώξεις κατά στελεχών της αντιπολίτευσης. Κάθε φορά, η διεθνής κοινότητα έκανε λόγο για ένα νέο «σημείο χωρίς επιστροφή».
Ωστόσο, όλες αυτές οι κινήσεις, όσο σοβαρές κι αν ήταν, είχαν έναν κοινό παρονομαστή: αποσκοπούσαν στην αποδυνάμωση της αντιπολίτευσης, όχι στον άμεσο έλεγχό της. Η σημερινή παρέμβαση διαφέρει επειδή επιχειρεί να καθορίσει ποια αντιπολίτευση θα επιτρέπεται να υπάρχει και ποια όχι.
Η φυλάκιση του Ιμάμογλου το 2025 είχε ήδη στείλει ένα σαφές μήνυμα. Ο Ερντογάν δεν αρκείται πλέον στο να δυσκολεύει τη λειτουργία της αντιπολίτευσης· επιδιώκει να διασφαλίσει ότι δεν θα υπάρξει ποτέ ξανά αντίπαλος ικανός να τον νικήσει εκλογικά. Η ακύρωση του συνεδρίου του CHP πηγαίνει ακόμη πιο πέρα: επιχειρεί να διαμορφώσει μια «ελεγχόμενη αντιπολίτευση», πολιτικά ακίνδυνη και απολύτως διαχειρίσιμη.
Το μοντέλο αυτό δεν είναι εντελώς καινούριο για την Τουρκία. Το 2016, όταν ο αρχηγός του ακροδεξιού Κόμματος Εθνικιστικού Κινήματος (MHP), Ντεβλέτ Μπαχτσελί, βρέθηκε αντιμέτωπος με εσωκομματική αμφισβήτηση, δικαστικές αποφάσεις μπλόκαραν το έκτακτο συνέδριο που θα μπορούσε να τον ανατρέψει. Λίγο αργότερα, το κόμμα εισήλθε στη στρατηγική συμμαχία με τον Ερντογάν που συνεχίζεται μέχρι σήμερα.
Στην πραγματικότητα, η μέθοδος του άμεσου ελέγχου ενός κόμματος θεωρείται από το καθεστώς πιο αποτελεσματική ακόμη και από την απαγόρευσή του. Τα απαγορευμένα κόμματα συχνά επιστρέφουν με νέο όνομα, νέα οργανωτική δομή αλλά τους ίδιους ψηφοφόρους. Το ισλαμικό Κόμμα Ευημερίας μετατράπηκε σε Κόμμα Αρετής, ενώ από τα σπλάχνα του γεννήθηκε αργότερα το AKP του Ερντογάν. Αντίστοιχα, τα φιλοκουρδικά κόμματα διαλύονταν και επανεμφανίζονταν διαρκώς.
Επιπλέον, τα κόμματα που τίθενται εκτός νόμου συχνά αποκτούν πολιτικό κεφάλαιο ως «θύματα» του συστήματος, κάτι που τελικά τα ενισχύει πολιτικά. Αντίθετα, ένα κόμμα που συνεχίζει να υπάρχει θεσμικά αλλά ελέγχεται πολιτικά, μπορεί να λειτουργεί ως διακοσμητικό στοιχείο δημοκρατίας χωρίς πραγματική απειλή για την εξουσία.
Αυτό ακριβώς φαίνεται να επιδιώκει ο Ερντογάν. Το CHP παραμένει τυπικά ζωντανό: διατηρεί τη μεγάλη κοινοβουλευτική του ομάδα, εκατοντάδες δήμους, χιλιάδες στελέχη και εκατομμύρια ψηφοφόρους. Όμως η ουσία βρίσκεται αλλού: ποιος το ελέγχει πολιτικά.
Η ηγεσία του Οζγκιούρ Οζέλ, που είχε επαναφέρει τη δυναμική στο CHP μετά το 2023 και οδήγησε το κόμμα στη μεγάλη νίκη των δημοτικών εκλογών του 2024, απομακρύνθηκε μέσω της δικαστικής παρέμβασης. Στη θέση της επανήλθε ο Κιλιτσντάρογλου, τον οποίο ο ίδιος ο Ερντογάν είχε χαρακτηρίσει εδώ και χρόνια «εύκολο αντίπαλο».
Η ειρωνεία είναι ότι η πρόβλεψη του Τούρκου προέδρου είχε επιβεβαιωθεί πολιτικά. Κατά τη 13ετή ηγεσία του στο CHP, ο Κιλιτσντάρογλου δεν κατάφερε ποτέ να απειλήσει πραγματικά την κυριαρχία του Ερντογάν. Ακόμη και στις εκλογές του 2023, όταν η αντιπολίτευση είχε ίσως την καλύτερη ευκαιρία των τελευταίων δεκαετιών, ηττήθηκε.
Η άνοδος του Οζέλ άλλαξε το πολιτικό κλίμα. Το CHP κατέκτησε για πρώτη φορά από το 1977 την πρώτη θέση σε πανεθνική ψήφο στις δημοτικές εκλογές του 2024, δημιουργώντας αίσθηση πολιτικής ανατροπής. Ακριβώς τότε ξεκίνησε και η πιο επιθετική φάση κρατικής καταστολής.
Παρά τις διώξεις, τις φυλακίσεις και τους διορισμούς επιτρόπων, το CHP παρέμενε ισχυρό δημοσκοπικά και συνέχιζε να ανταγωνίζεται το AKP. Έτσι, σύμφωνα με πολλούς αναλυτές, η κυβέρνηση κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η απλή καταστολή δεν αρκεί πλέον.
Η νέα στρατηγική φαίνεται να είναι η δημιουργία μιας «ασφαλούς» αντιπολίτευσης: ενός πολιτικού σχηματισμού που θα συμμετέχει κανονικά στις εκλογές, θα δίνει την εικόνα πλουραλισμού και δημοκρατίας, αλλά δεν θα διαθέτει τη δυναμική να απειλήσει ουσιαστικά το καθεστώς.
Ο ίδιος ο Ερντογάν είχε άλλωστε προαναγγείλει αυτή τη στρατηγική, δηλώνοντας τον Απρίλιο ότι η Τουρκία θα αποκτήσει σύντομα «την αντιπολίτευση που της αξίζει».
Το μεγάλο ερώτημα πλέον αφορά την αντίδραση της πλευράς Οζέλ. Αρχικά, επιχειρήθηκε ένας διπλός δρόμος: διαπραγμάτευση με τον Κιλιτσντάρογλου και ταυτόχρονα διατήρηση του ελέγχου στα κεντρικά γραφεία του κόμματος. Όμως ο πρώην ηγέτης του CHP κάλεσε ακόμη και την αστυνομία για να εκκενώσει το κτίριο, δείχνοντας ότι δεν υπάρχει περιθώριο συνεννόησης.
Έτσι, απομένει θεωρητικά μόνο μία λύση: η δημιουργία νέου κόμματος. Όμως ακόμη και αυτή η επιλογή μοιάζει εξαιρετικά δύσκολη στη σημερινή Τουρκία. Η κρατική πίεση είναι τόσο έντονη ώστε ακόμη και επιχειρηματίες ή ιδιοκτήτες ακινήτων διστάζουν να συνδεθούν με νέα πολιτικά εγχειρήματα, φοβούμενοι αντίποινα.
Παράλληλα, ο ίδιος ο Οζέλ κινδυνεύει με άρση της βουλευτικής του ασυλίας, γεγονός που θα μπορούσε να οδηγήσει και στη δική του δίωξη.
Στο κοινοβουλευτικό επίπεδο, η απόφαση ενδέχεται να έχει ακόμη μεγαλύτερες συνέπειες. Βουλευτές που παραμένουν πιστοί στον Κιλιτσντάρογλου θα μπορούσαν να στηρίξουν συνταγματικές αλλαγές που θα επιτρέψουν στον Ερντογάν να διεκδικήσει ξανά την προεδρία.
Το βαθύτερο διακύβευμα όμως αφορά το μέλλον ολόκληρου του τουρκικού πολιτικού συστήματος. Ο Ερντογάν γνωρίζει ότι η προσωπική του δημοτικότητα δεν αρκεί πλέον όπως παλαιότερα. Για αυτό επιχειρεί να διαμορφώσει ένα νέο πολιτικό πλαίσιο, ικανό να διατηρήσει την κυριαρχία του καθεστώτος ακόμη και μετά την αποχώρησή του από την ενεργό πολιτική σκηνή.
Την ίδια στιγμή, η διεθνής αντίδραση παραμένει περιορισμένη. Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ευρωπαϊκή Ένωση αντιμετωπίζουν πλέον την Τουρκία κυρίως μέσα από το πρίσμα της γεωπολιτικής, της ασφάλειας και του μεταναστευτικού. Οι δημοκρατικές αξίες φαίνεται να υποχωρούν μπροστά στις στρατηγικές ανάγκες.
Η πιο θλιβερή διάσταση της υπόθεσης είναι ίσως αυτή: η απόφαση της 21ης Μαΐου προκαλεί πραγματική ανησυχία μόνο σε εκείνο το ολοένα μικρότερο τμήμα της διεθνούς κοινότητας που εξακολουθεί να ενδιαφέρεται ουσιαστικά για τη δημοκρατία στην Τουρκία.
Και ίσως ακριβώς αυτό να είναι το στοιχείο που επιτρέπει σήμερα στο τουρκικό καθεστώς να προχωρά χωρίς ουσιαστικά εμπόδια στη βαθύτερη μεταμόρφωση της χώρας.
- Διαβάστε από το πρωτότυπο την ανάλυση του Σαλίμ Τσεβίκ (Salim Çevik) που είναι μη μόνιμος ερευνητής στο Arab Center και το Center for Applied Turkey Studies at the German Institute for International and Security Affairs για το περιοδικό Foreign Policy με τίτλο « Erdogan Is Forcibly Designing His Own Opposition » και υπότιτλο «Turkey is moving from repressing the opposition to reshaping it.», πατώντας ΕΔΩ
