Η πολεμική σύγκρουση ΗΠΑ-Ισραήλ με Ιράν δεν αποτελεί απλώς επεισόδιο αστάθειας. Συνιστά βαθιά γεωπολιτική τομή, που αναδιαμορφώνει περιφερειακές ισορροπίες και επαναφέρει με οξύτητα στρατηγικά διλήμματα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Η Ελλάδα βρίσκεται αντιμέτωπη με ολοένα πιο σύνθετο περιβάλλον, στο οποίο η παραδοσιακή λογική πολλαπλών «αξόνων» και αλληλοεπικαλυπτόμενων συνεργασιών (overlapping alignments χωρίς ιεράρχηση) φτάνει στα όριά της. Για χρόνια, η Αθήνα επένδυσε στη δημιουργία σχημάτων όπως Ελλάδα-Κύπρος-Ισραήλ και Ελλάδα-Κύπρος-Αίγυπτος, ενώ παράλληλα επιδίωξε εμβάθυνση της στρατηγικής σχέσης με τη Γαλλία. Όμως η Γαλλία του Μακρόν έχει αυστηρά κριτική στάση απέναντι στην ισραηλινή κυβέρνηση Νετανιάχου.
Την ίδια στιγμή, η Ελλάδα διατηρεί στρατηγική συνεργασία με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και στενή στρατιωτική σχέση με τη Σαουδική Αραβία, ενώ οι δύο αυτές χώρες ανταγωνίζονται έντονα μεταξύ τους στη Μέση Ανατολή, στην Αραβική Χερσόνησο και στο Κέρας της Αφρικής. Η βασική αντίφαση είναι εμφανής: η Ελλάδα επιχειρεί να μεγιστοποιήσει τη γεωπολιτική επιρροή της μέσω διαδοχικών συνεργασιών, αποφεύγοντας την απαραίτητη πολιτική υπέρβαση για ουσιαστικές ρυθμίσεις στα ελληνοτουρκικά και στο Κυπριακό. Η λογική αυτή στηρίχθηκε στην υπόθεση ότι οι περιφερειακές ισορροπίες θα παραμείνουν σχετικά «χαλαρές». Δεν είναι πλέον.
Κάθε «άξονας» παράγει «αντι-άξονα». Το τουρκο-λιβυκό μνημόνιο υπήρξε τέτοια αντίδραση. Το ίδιο ισχύει για τη διαμόρφωση νέων σχημάτων συνεργασίας, όπως μεταξύ Τουρκίας, Αιγύπτου, Σαουδικής Αραβίας και Πακιστάν. Η αντίληψη ότι η Τουρκία μπορεί να «απομονωθεί» μέσω πλέγματος περιφερειακών συνεργασιών, αποδεικνύεται στρατηγικά προβληματική. Οι συνεργασίες ασφαλώς είναι αναγκαίες. Δεν μπορούν όμως να υποκαταστήσουν ούτε τη γεωγραφία, ούτε την ανάγκη πολιτικής επίλυσης βασικών διαφορών. Καθεμία θα μπορούσε να συνεχιστεί -σε επιμέρους τομείς- με Ισραήλ, Αίγυπτο και Γαλλία, χωρίς να παρουσιάζονται ως (ή να είναι) «αντι-τουρκικός συνασπισμός». Η εξωτερική πολιτική δεν μπορεί να λειτουργεί επ’ αόριστον ως policy of bypass.
Το πρόβλημα γίνεται πιο σύνθετο υπό την όξυνση των σχέσεων ΗΠΑ-Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η επάνοδος Τραμπ επαναφέρει ερωτήματα για τη συνοχή του ΝΑΤΟ και την αξιοπιστία της αμερικανικής στρατηγικής δέσμευσης στην Ευρώπη. Για την Ελλάδα, το δίλημμα δεν είναι «ΗΠΑ ή Ευρώπη». Η συμμετοχή της στον «σκληρό» ευρωπαϊκό πυρήνα δεν είναι αναστρέψιμη χωρίς τεράστιο κόστος. Το πραγματικό ερώτημα είναι πώς θα περιορίσει το κόστος ενδεχόμενης αναγκαστικής ιεράρχησης μεταξύ των δύο επιλογών, εάν η δι-ατλαντική σχέση μετατραπεί από συμπληρωματική σε ανταγωνιστική. Η μόνη ρεαλιστική επιλογή για την Αθήνα είναι: σαφής ευρωπαϊκή αγκύρωση χωρίς αμφισημίες, και παράλληλα διατήρηση λειτουργικής συνεργασίας με τις ΗΠΑ όπου αυτή είναι αμοιβαία επωφελής.
Αυτό όμως προϋποθέτει κάτι βαθύτερο: μετάβαση από αποκλειστικούς «άξονες» σε ευέλικτα δίκτυα συνεργασίας και, κυρίως, επανεισαγωγή της διπλωματίας επίλυσης διαφορών. Δίχως κάποια μορφή συνεννόησης στα ελληνοτουρκικά και χωρίς επανεκκίνηση του Κυπριακού σε ομοσπονδιακή κατεύθυνση, η Ελλάδα θα συνεχίσει να επενδύει σε εξωτερικά αντισταθμίσματα που βραχυπρόθεσμα μπορεί να προσφέρουν κάποια αίσθηση ασφάλειας, αλλά μακροπρόθεσμα παράγουν νέες εντάσεις και ανταγωνιστικές συσπειρώσεις.
Η πραγματική στρατηγική πρόκληση για την ελληνική εξωτερική πολιτική δεν είναι επιλογή στρατοπέδου. Είναι η σταδιακή μείωση της ανάγκης εξωτερικών εξισορροπήσεων. Αυτό είναι δυνατόν να γίνει μέσω πολιτικών διευθετήσεων με βασικούς «ανταγωνιστές» της. Διαφορετικά, η συσσώρευση συνεργασιών θα συνεχίσει να υποκαθιστά τη στρατηγική, μέχρι τη στιγμή που οι αντιφάσεις δεν θα είναι πλέον διαχειρίσιμες.
* Ο Θοδωρής Τσίκας είναι Πολιτικός επιστήμονας – διεθνολόγος, επικεφαλής του Προγράμματος Θεωρίας και Πρακτικής των Διεθνών Σχέσεων στο Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων (ΙΔΟΣ)
Δείτε τα 42 προηγούμενα άρθρα και συνεντεύξεις του Θόδωρου Τσίκα
