Σε μια περίοδο έντονης δοκιμασίας για χιλιάδες μαθητές, ο Βουλευτής Κιλκίς και υπεύθυνος ΚΤΕ Παιδείας του ΠΑΣΟΚ-Κινήματος Αλλαγής, Στέφανος Παραστατίδης, εξαπολύει δριμεία κριτική στην κυβέρνηση για τις κυβερνητικές παλινωδίες και τις αντιφάσεις γύρω από το εξεταστικό σύστημα. Απέναντι στα επικοινωνιακά παιχνίδια, το ΠΑΣΟΚ καταθέτει μια ξεκάθαρη, υπεύθυνη πρόταση: την κατάργηση των Πανελλαδικών Εξετάσεων στη σημερινή τους μορφή και τη θεσμοθέτηση ενός αξιόπιστου Εθνικού Απολυτηρίου. Η πρόταση αυτή αναδεικνύει την ανάγκη για μια βαθιά παιδαγωγική μεταρρύθμιση που θα απαλλάξει τις οικογένειες από το βάρος της παραπαιδείας, θα αποκαταστήσει την ισότητα των ευκαιριών και θα μετατρέψει ξανά το Λύκειο σε χώρο ουσιαστικής μόρφωσης.

Αναλυτική η πρόταση ΠΑΣΟΚ όπως εκφράζεται από τον κ. Παραστατίδη
«Την ώρα που χιλιάδες παιδιά και οι οικογένειές τους περνούν την δοκιμασία ενός εξεταστικού συστήματος που έχει εξαντλήσει τα όριά του, η κυβέρνηση συνεχίζει τις παλινωδίες, τις αντιφάσεις και τα επικοινωνιακά της παιχνίδια.

Σε πρόσφατη δήλωσή της η Υπουργός Παιδείας κ. Ζαχαράκη αναφέρει χαρακτηριστικά: «εγώ έχω εκφραστεί υπέρ της κατάργησης των Πανελλαδικών», ενώ, προ μηνών, ο ίδιος ο πρωθυπουργός της χώρας κ. Μητσοτάκης είχε κατηγορηματικά αποκλείσει αυτό το ενδεχόμενο λέγοντας χαρακτηριστικά «Καμία συζήτηση για κατάργηση των πανελλαδικών εξετάσεων».
Έναντι των κυβερνητικών παλινωδιών, το ΠΑΣΟΚ έχει τοποθετηθεί καθαρά και υπεύθυνα υπέρ της κατάργησης του συστήματος των Πανελλαδικών Εξετάσεων στη σημερινή του μορφή και της μετάβασης σε ένα αξιόπιστο σύστημα Εθνικού Απολυτηρίου. Και τούτο διότι το σημερινό μοντέλο είναι αδιέξοδο. Μετατρέπει το Λύκειο σε προθάλαμο εξετάσεων, εξαντλεί μαθητές και οικογένειες και αναπαράγει την εξάρτηση από την παραπαιδεία. Γι’ αυτό η μεταρρύθμιση πρέπει να υπηρετεί έναν καθαρό στόχο: να ξαναγίνει το Λύκειο χώρος ουσιαστικής μορφωσης και η πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση δικαιότερη και αξιόπιστη -υπηρετώντας την αρχή της ισότητας των ευκαιριών αλλά και των συνθηκών. Στην ίδια συνέντευξη, η κ Ζαχαράκη -ψευδώς- υποστηρίζει πως «η κυβέρνηση άνοιξε το κεφάλαιο με τον Εθνικό Διάλογο για το Νέο Λύκειο». Η αλήθεια όμως είναι ότι ενώ επί 6 χρόνια η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας αδρανούσε, το ΠΑΣΟΚ πήρε την πρωτοβουλία και έθεσε θεσμικά αυτή τη συζήτηση, τον Ιούνιο του 2025, στην Επιτροπή Μορφωτικών Υποθέσεων της Βουλής· εκεί, με ευρεία διακομματική συμφωνία αποφασίστηκε η έναρξη του Εθνικού Διάλογου για το μέλλον του Λυκείου και του τρόπου πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση.
Αυτό διόλου εμπόδισε τον Πρωθυπουργό να ανακοινώσει, μήνες μετά, την έναρξη του διαλόγου ως κυβερνητική πρωτοβουλία. Θα μπορούσε να θεωρηθεί και ως «η μεταρρύθμιση της λογοκλοπής»!
Κάποτε όμως, μεταξύ υποκλοπών και λογοκλοπών, πρέπει να δούμε και την ουσία. Επί επτά χρόνια η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας εξαγγέλλει το Εθνικό Απολυτήριο χωρίς σχέδιο, χωρίς χρονοδιάγραμμα, χωρίς ουσιαστικό εθνικό διάλογο. Αντί γι’ αυτό, εν τέλει επιλέγει έναν κλειστό και αδιαφανή σχεδιασμό. Τέσσερις μήνες μετά τη συγκρότηση της σχετικής επιτροπής, δεν υπάρχει καμία ουσιαστική ενημέρωση για την πορεία των εργασιών της. Ουσιαστικά η κυβέρνηση υπεκφεύγει απέναντι σε μία από τις σημαντικότερες εκπαιδευτικές και κοινωνικές μεταρρυθμίσεις για το μέλλον των μαθητών, των οικογενειών τους και του ίδιου του δημόσιου σχολείου.
Όμως, στο πλαίσιο αυτού του εθνικού διαλόγου, οφείλουν να εξεταστούν με σοβαρότητα όλες οι λύσεις που μπορούν να υπηρετήσουν ένα δικαιότερο και λειτουργικότερο σύστημα πρόσβασης, συμπεριλαμβανομένων επιλογών για τμήματα χαμηλής ζήτησης που διαχρονικά παραμένουν με κενές θέσεις (υπάρχει η σχετική πρόταση του κ. Μπαμπινιώτη), πάντα με ακαδημαϊκά κριτήρια και θεσμικές εγγυήσεις.
Το Εθνικό Απολυτήριο δεν μπορεί να αποτελεί ακόμη μία κυβερνητική επικοινωνιακή άσκηση διαχείρισης εντυπώσεων. Απαιτεί σοβαρό σχεδιασμό, επαρκή χρηματοδότηση, ενίσχυση του δημόσιου σχολείου, στήριξη του εκπαιδευτικού έργου και πραγματική παιδαγωγική μεταρρύθμιση.
Το ΠΑΣΟΚ θα συμβάλει με καθαρότητα, σοβαρότητα και αίσθημα ευθύνης απέναντι στους μαθητές, τις οικογένειες και την εκπαιδευτική κοινότητα.»