Ο θυμός και η αγανάκτηση έχουν γίνει οικεία στοιχεία της δημόσιας ζωής στην Ελλάδα, ιδιαίτερα μετά από μια μακρά περίοδο οικονομικής κρίσης, δημοσιονομικών περιορισμών και κοινωνικής πίεσης. Δεν πρόκειται απλώς για αντιδράσεις σε δύσκολες συνθήκες, αλλά για βαθύτερες εμπειρίες αδικίας που διαπερνούν την καθημερινότητα.
Παραδοσιακά, οι κοινωνικές ανισότητες γίνονταν αντιληπτές μέσα από σαφείς συλλογικές κατηγορίες: εργαζόμενοι, μικρομεσαίοι, επαγγελματίες. Οι διεκδικήσεις οργανώνονταν γύρω από αυτά τα σχήματα, με τα συνδικάτα και τα κόμματα να παίζουν καθοριστικό ρόλο. Σήμερα, αυτό το τοπίο έχει αλλάξει αισθητά.
Η αγορά εργασίας χαρακτηρίζεται από αυξημένη επισφάλεια, χαμηλούς μισθούς για πολλούς νέους και περιορισμένες προοπτικές κοινωνικής ανόδου. Παράλληλα, οι κοινωνικές διαδρομές είναι πιο αβέβαιες: ακόμη και άτομα με υψηλή εκπαίδευση δυσκολεύονται να βρουν σταθερή και καλά αμειβόμενη εργασία. Οι ανισότητες δεν εξαφανίστηκαν — έγιναν πιο σύνθετες και λιγότερο ορατές ως συλλογικό πρόβλημα.
Την ίδια στιγμή, η καθημερινότητα γίνεται όλο και πιο εξατομικευμένη. Η πρόσβαση σε υπηρεσίες, η εργασία, ακόμη και η σχέση με το κράτος οργανώνονται με όρους «ατομικής περίπτωσης». Αυτό ενισχύει την αίσθηση ότι ο καθένας είναι μόνος απέναντι στις δυσκολίες του.
Στην Ελλάδα αυτό αποτυπώνεται έντονα:
• Νέοι εργαζόμενοι συγκρίνουν τον εαυτό τους με συνομηλίκους που μετανάστευσαν και έχουν καλύτερες αποδοχές.
• Δημόσιοι υπάλληλοι και ιδιωτικοί υπάλληλοι βιώνουν διαφορετικές μορφές ανασφάλειας.
• Μικρομεσαίοι επιχειρηματίες αισθάνονται ότι πιέζονται από τη φορολογία, ενώ ταυτόχρονα εργαζόμενοι θεωρούν τους ίδιους προνομιούχους.
Αυτές οι παράλληλες εμπειρίες δεν συγκροτούν ένα ενιαίο αφήγημα. Αντίθετα, δημιουργούν πολλαπλές, συχνά αντικρουόμενες αντιλήψεις αδικίας.
Οι συγκρίσεις περιορίζονται όλο και περισσότερο στον άμεσο κοινωνικό κύκλο. Το αποτέλεσμα είναι ένα έντονο αίσθημα σχετικής στέρησης: «γιατί εγώ να είμαι σε χειρότερη θέση από κάποιον παρόμοιο με εμένα;». Αυτή η μορφή σύγκρισης τροφοδοτεί δυσαρέσκεια, χωρίς όμως να οδηγεί εύκολα σε συλλογικές διεκδικήσεις.
Το διαδίκτυο και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ενισχύουν αυτή τη δυναμική. Δίνουν χώρο σε ατομικές φωνές διαμαρτυρίας, αλλά σπάνια συμβάλλουν στη συγκρότηση σταθερών μορφών οργάνωσης. Η δημόσια συζήτηση συχνά εγκλωβίζεται σε καταγγελίες και αντιπαραθέσεις, χωρίς να οδηγεί σε κοινές κατευθύνσεις.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η πολιτική αντιμετωπίζει ένα διπλό πρόβλημα. Από τη μία πλευρά, οι παραδοσιακές πολιτικές αναδιανομής —φορολογία, κοινωνικό κράτος, επιδόματα— παραμένουν αναγκαίες, ιδιαίτερα σε μια χώρα με έντονες οικονομικές πιέσεις. Από την άλλη, δεν αρκούν για να αντιμετωπίσουν την καθημερινή εμπειρία της αδικίας.
Στην ελληνική περίπτωση, οι «μικρές» ανισότητες είναι συχνά εξίσου σημαντικές με τις μεγάλες:
• άνιση μεταχείριση στη δημόσια διοίκηση
• πελατειακές πρακτικές
• περιορισμένη διαφάνεια
• άνιση πρόσβαση σε ευκαιρίες μέσω άτυπων δικτύων
Αυτά τα φαινόμενα υπονομεύουν την εμπιστοσύνη και ενισχύουν την αίσθηση ότι οι κανόνες δεν ισχύουν για όλους με τον ίδιο τρόπο.
Επομένως, οι πολιτικές για τη μείωση των ανισοτήτων στην Ελλάδα χρειάζεται να κινηθούν σε δύο επίπεδα:
• δομικό επίπεδο: ενίσχυση του κοινωνικού κράτους, βελτίωση των μισθών, στήριξη της απασχόλησης.
• θεσμικό και καθημερινό επίπεδο: διαφάνεια, ίση μεταχείριση, αξιοκρατία, αποτελεσματικές δημόσιες υπηρεσίες.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν τα παραδοσιακά πολιτικά σχήματα μπορούν να ανταποκριθούν σε αυτή την πρόκληση. Τα κόμματα και τα συνδικάτα εξακολουθούν να έχουν ρόλο, αλλά φαίνεται ότι δυσκολεύονται να εκφράσουν ένα κοινωνικό σώμα που είναι πιο κατακερματισμένο και λιγότερο πρόθυμο να ενταχθεί σε συλλογικές ταυτότητες.
Ίσως, λοιπόν, απαιτούνται νέες μορφές συμμετοχής και οργάνωσης που να γεφυρώνουν το χάσμα ανάμεσα στην ατομική εμπειρία και τη συλλογική δράση. Χωρίς αυτή τη γέφυρα, η δυσαρέσκεια θα συνεχίσει να εκφράζεται αποσπασματικά, χωρίς να μετατρέπεται σε ουσιαστική πολιτική αλλαγή.
Η πρόκληση για την Ελλάδα δεν είναι μόνο να μειώσει τις ανισότητες, αλλά να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη ότι αυτές μπορούν να αντιμετωπιστούν με δίκαιο και συλλογικό τρόπο. Αυτό είναι, τελικά, το θεμέλιο κάθε βιώσιμης κοινωνικής πολιτικής.
Για να μειωθούν ουσιαστικά οι ανισότητες —ειδικά σε ένα περιβάλλον όπως της Ελλάδας όπου συνυπάρχουν οικονομικές πιέσεις και θεσμικές αδυναμίες— χρειάζεται ένα πλέγμα πολιτικών που να δουλεύει ταυτόχρονα σε πολλά επίπεδα. Καμία μεμονωμένη παρέμβαση δεν αρκεί.
Παρακάτω είναι οι βασικοί άξονες, με έμφαση στο τι είναι ρεαλιστικό και κρίσιμο:
1. Εργασία και εισόδημα: η «βάση» των ανισοτήτων
Αν δεν αλλάξει η αγορά εργασίας, οι ανισότητες αναπαράγονται.
• Αύξηση και ουσιαστική εφαρμογή κατώτατου μισθού (όχι μόνο θεσμικά, αλλά και με ελέγχους)
• Μείωση επισφάλειας (περιορισμός καταχρηστικών συμβάσεων, πλατφόρμες κ.λπ.)
• Ενίσχυση συλλογικών συμβάσεων ώστε να μην διαπραγματεύεται ο καθένας μόνος του
• Ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης (επανεκπαίδευση, σύνδεση με πραγματικές ανάγκες αγοράς)
Χωρίς καλύτερους μισθούς και σταθερότητα, όλα τα υπόλοιπα είναι «μπαλώματα».
2. Φορολογία και αναδιανομή: ποιος πληρώνει και πόσο
Η Ελλάδα έχει πρόβλημα όχι μόνο στο ύψος των φόρων αλλά στη δικαιοσύνη τους.
• Πιο προοδευτική φορολογία εισοδήματος και περιουσίας
• Ουσιαστική πάταξη φοροδιαφυγής (ψηφιακά εργαλεία, διασταυρώσεις)
• Μείωση έμμεσων φόρων όπου γίνεται (οι οποίοι πλήττουν περισσότερο τους φτωχότερους)
• Στοχευμένες μεταβιβάσεις (επιδόματα που πάνε πραγματικά σε όσους τα χρειάζονται)
Αν το σύστημα θεωρείται άδικο, υπονομεύεται και πολιτικά.
3. Δημόσιες υπηρεσίες: η πιο «αθόρυβη» μορφή ισότητας
Η ποιότητα του κράτους καθορίζει αν οι ανισότητες βαθαίνουν ή περιορίζονται.
• Ενίσχυση δημόσιας υγείας (μειώνει άμεσα ανισότητες ζωής και εισοδήματος)
• Ποιοτική δημόσια εκπαίδευση από νωρίς (εκεί κρίνονται οι ευκαιρίες)
• Πρόσβαση σε παιδικούς σταθμούς (ιδίως για γυναίκες και χαμηλά εισοδήματα)
• Στεγαστική πολιτική (ενοίκια, κοινωνική κατοικία — τεράστιο πρόβλημα σήμερα)
Όπου το κράτος λειτουργεί καλά, οι ανισότητες μειώνονται χωρίς να φαίνεται.
4. Καθημερινή δικαιοσύνη: οι «μικρές» ανισότητες που εξοργίζουν
Στην Ελλάδα, αυτές είναι συχνά πιο καθοριστικές από τις μεγάλες.
• Διαφάνεια στη δημόσια διοίκηση
• Αξιοκρατία στις προσλήψεις και στις προαγωγές
• Περιορισμός πελατειακών πρακτικών
• Ίση μεταχείριση στις υπηρεσίες (χωρίς “γνωριμίες”)
Αν οι κανόνες δεν ισχύουν για όλους, καμία οικονομική πολιτική δεν πείθει.
5. Περιφερειακή πολιτική: η ανισότητα του «πού ζεις»
Η Ελλάδα έχει έντονες γεωγραφικές ανισότητες.
• Επενδύσεις σε υποδομές εκτός μεγάλων πόλεων
• Κίνητρα για επιχειρήσεις στην περιφέρεια
• Ψηφιακές υποδομές παντού (ώστε η εργασία να μην είναι μόνο αστική υπόθεση)
6. Ρύθμιση νέων μορφών ανισότητας
Οι σύγχρονες ανισότητες δεν είναι μόνο «παραδοσιακές».
• Ψηφιακό χάσμα (πρόσβαση και δεξιότητες)
• Αυτοματισμός και τεχνητή νοημοσύνη (ποιοι χάνουν δουλειές)
• Κλιματική πολιτική που δεν επιβαρύνει δυσανάλογα τους πιο αδύναμους
7. Το πιο δύσκολο: ανασυγκρότηση του συλλογικού
Εδώ είναι το πραγματικό πρόβλημα — και δεν λύνεται μόνο με νόμους.
• Ενίσχυση συλλογικών θεσμών (σωματεία, συνεταιρισμοί, τοπικές πρωτοβουλίες)
• Δημιουργία χώρων κοινής εμπειρίας και συμμετοχής
• Πολιτικές που δεν αντιμετωπίζουν τους πολίτες μόνο ως «μεμονωμένες περιπτώσεις»
Αν οι άνθρωποι νιώθουν μόνοι, δεν θα στηρίξουν συλλογικές λύσεις.
Συμπέρασμα
Η μείωση των ανισοτήτων δεν είναι μόνο θέμα χρημάτων. Είναι θέμα:
• κανόνων
• εμπιστοσύνης
• καθημερινής εμπειρίας δικαιοσύνης
Αν έπρεπε να το συνοψίσουμε:
Χρειάζονται ταυτόχρονα καλύτεροι μισθοί, δίκαιοι θεσμοί και ένα κράτος που λειτουργεί για όλους — όχι μόνο για όσους έχουν πρόσβαση.
Στέφανος Παραστατίδης: Ανισότητες, αγανάκτηση και τα όρια της πολιτικής στην Ελλάδα
