Η συζήτηση που διεξάγεται στη Βουλή για τη διαχείριση του νερού και το νέο θεσμικό πλαίσιο που αφορά την ΕΥΔΑΠ, τις ΔΕΥΑ και συνολικά τις υπηρεσίες ύδρευσης, εξελίσσεται σε μία από τις σημαντικότερες πολιτικές αντιπαραθέσεις των τελευταίων ετών. Στο επίκεντρο βρίσκεται το ερώτημα αν το νερό θα συνεχίσει να αντιμετωπίζεται ως ένα αδιαπραγμάτευτο δημόσιο και κοινωνικό αγαθό ή αν θα μετατραπεί σταδιακά σε ένα ακόμη πεδίο οικονομικής δραστηριότητας με καθαρά αγοραία χαρακτηριστικά.

Κατά την τοποθέτησή του στη Βουλή, ο εκπρόσωπος του ΠΑΣΟΚ, Μανώλης Χριστοδουλάκης, υπογράμμισε ότι το ζήτημα δεν αφορά μια στενά τεχνική ή διοικητική μεταρρύθμιση, αλλά μια βαθιά πολιτική επιλογή με σοβαρές κοινωνικές και οικονομικές συνέπειες. Όπως τόνισε, οι αλλαγές που προωθούνται στη διαχείριση των υδάτινων πόρων δεν αποτελούν αποσπασματικές παρεμβάσεις, αλλά εντάσσονται σε μια συνολική στρατηγική αναδιάρθρωσης του τρόπου λειτουργίας των υπηρεσιών ύδρευσης και αποχέτευσης στη χώρα.

Σύμφωνα με τον βουλευτή του ΠΑΣΟΚ, από τον τρόπο που καθορίζεται πλέον η τιμολόγηση του νερού μέχρι τη χρηματοδότηση των υποδομών και τη λειτουργία των φορέων διαχείρισης, διαμορφώνεται σταδιακά ένα νέο μοντέλο που απομακρύνεται από τη λογική της δημόσιας υπηρεσίας. Το νέο αυτό πλαίσιο, όπως επισημάνθηκε, εισάγει όλο και περισσότερο κριτήρια οικονομικής απόδοσης και ανταποδοτικότητας, γεγονός που αλλάζει τον χαρακτήρα ενός αγαθού που μέχρι σήμερα θεωρούνταν κοινωνικό δικαίωμα.

Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε από τον κ. Χριστοδουλάκη, στο ζήτημα της ανάκτησης κόστους και της διαμόρφωσης των τιμολογίων. Όπως υποστήριξε, όταν το νερό αντιμετωπίζεται ως προϊόν που πρέπει να αποφέρει αποδόσεις και να εξασφαλίζει επενδυτικά οφέλη και τότε μεταβάλλεται η ίδια η φιλοσοφία της διαχείρισής του. Για τον λόγο αυτό εκφράστηκε εκ νέου η διαφωνία με τη μεταφορά αρμοδιοτήτων στη ΡΑΑΕΥ, μια ανεξάρτητη αρχή που ήδη εποπτεύει την αγορά της ενέργειας.

Η αναφορά στην ενέργεια μόνο τυχαία δεν ήταν. Όπως επισημάνθηκε, πρόκειται για έναν τομέα που τα τελευταία χρόνια έχει πλήρως εμπορευματοποιηθεί, με τις συνέπειες να είναι εμφανείς στα νοικοκυριά και στις επιχειρήσεις μέσω της εκτίναξης του κόστους. Η ανησυχία που εκφράστηκε είναι ότι αντίστοιχα μοντέλα ρύθμισης κινδυνεύουν να εφαρμοστούν και στο νερό, οδηγώντας σταδιακά σε αυξημένες οικονομικές επιβαρύνσεις για τους πολίτες.

Παράλληλα, ιδιαίτερη αναφορά έγινε στις σοβαρές καθυστερήσεις που καταγράφονται στην υλοποίηση κρίσιμων έργων υποδομής. Όπως τονίστηκε, η ανεπαρκής αξιοποίηση των ευρωπαϊκών πόρων και η καθυστέρηση σε επενδύσεις που σχετίζονται με τη λειψυδρία, την αντικατάσταση παλαιών δικτύων και τον περιορισμό των απωλειών νερού δημιουργούν ένα επικίνδυνο έλλειμμα σχεδιασμού.

Η Ελλάδα βρίσκεται ήδη αντιμέτωπη με τις συνέπειες της κλιματικής κρίσης, καθώς η μείωση των διαθέσιμων υδάτινων πόρων και οι αυξανόμενες ανάγκες καθιστούν επιτακτική την υλοποίηση σύγχρονων έργων υποδομής. Ωστόσο, όπως επισημάνθηκε, όσο οι απαραίτητες επενδύσεις καθυστερούν, τόσο αυξάνεται το μελλοντικό οικονομικό κόστος, το οποίο τελικά μετακυλίεται στους πολίτες μέσα από αυξημένα τιμολόγια και νέες επιβαρύνσεις.

Στο ίδιο πλαίσιο, ασκήθηκε κριτική και στις αλλαγές που προωθούνται στη δομή των φορέων ύδρευσης. Οι ΔΕΥΑ, σύμφωνα με την τοποθέτηση, οδηγούνται σε συγχωνεύσεις και σε προσαρμογή σε μεγαλύτερα διοικητικά σχήματα, ενώ εισάγονται νέοι οργανισμοί και διαφορετικά μοντέλα διαχείρισης, όπως ο ΟΔΥΘ.

Η εξέλιξη αυτή, όπως αναφέρθηκε, δημιουργεί σοβαρά ερωτήματα για το μέλλον της τοπικής αυτοδιοίκησης και της δυνατότητας των τοπικών κοινωνιών να έχουν ουσιαστικό λόγο στη διαχείριση των υδάτινων πόρων τους. Η απομάκρυνση των αποφάσεων από το τοπικό επίπεδο θεωρείται ότι αποδυναμώνει τη δημοκρατική λογοδοσία και περιορίζει τη δυνατότητα άμεσης ανταπόκρισης στις ανάγκες των πολιτών.

Ιδιαίτερη κριτική ασκήθηκε και σε επιμέρους διατάξεις του υπό συζήτηση νομοσχεδίου. Η δυνατότητα κεφαλαιοποίησης αποθεματικών, χωρίς σαφείς ασφαλιστικές δικλείδες ότι οι πόροι θα επιστρέφουν στις τοπικές κοινωνίες και στις υποδομές, θεωρείται ότι ανοίγει τον δρόμο για μεταφορά δημόσιας αξίας προς ιδιωτικά συμφέροντα.

Παράλληλα, οι αλλαγές στη διοίκηση των οργανισμών ύδρευσης και η ενίσχυση μιας περισσότερο «εταιρικής» λογικής λειτουργίας προκαλούν ανησυχίες για ζητήματα διαφάνειας, αξιοκρατίας και θεσμικής συνέχειας. Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στην απομάκρυνση από διαδικασίες όπως το ΑΣΕΠ, γεγονός που –όπως υποστηρίχθηκε– ενδέχεται να αποδυναμώσει τις εγγυήσεις αντικειμενικότητας και αξιοπιστίας στις προσλήψεις και στη στελέχωση των υπηρεσιών.

Σημαντικό μέρος της παρέμβασης αφορούσε και τους εργαζόμενους στον τομέα της ύδρευσης. Όπως τονίστηκε, πολλοί εργαζόμενοι καλύπτουν διαρκείς και πάγιες ανάγκες, παραμένοντας ωστόσο σε καθεστώς εργασιακής αβεβαιότητας, χωρίς ουσιαστική πρόβλεψη για σταθεροποίηση της σχέσης εργασίας τους. Η ανάγκη για μόνιμο και εξειδικευμένο προσωπικό θεωρήθηκε κρίσιμη για τη σωστή λειτουργία των υπηρεσιών και την προστασία της δημόσιας υγείας.

Κλείνοντας την τοποθέτησή του, ο εκπρόσωπος του ΠΑΣΟΚ επανέλαβε τη σταθερή θέση του κόμματος ότι το νερό αποτελεί αδιαπραγμάτευτα δημόσιο αγαθό και δεν μπορεί να λειτουργεί με αποκλειστικά οικονομικά ή επενδυτικά κριτήρια. Όπως υπογραμμίστηκε, η τιμολογιακή πολιτική πρέπει να λειτουργεί ως εργαλείο κοινωνικής προστασίας, ιδιαίτερα για τα νοικοκυριά και τις ευάλωτες κοινωνικές ομάδες.

Παράλληλα, επισημάνθηκε η ανάγκη για έναν ολοκληρωμένο εθνικό σχεδιασμό για το νερό, με αξιοποίηση των διαθέσιμων ευρωπαϊκών χρηματοδοτήσεων, εκσυγχρονισμό των υποδομών, περιορισμό των απωλειών στα δίκτυα και έργα που θα ενισχύσουν την ανθεκτικότητα της χώρας απέναντι στη λειψυδρία και τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής.

Το ζήτημα της διαχείρισης του νερού αναδεικνύεται πλέον σε μια κορυφαία πολιτική και κοινωνική πρόκληση, καθώς συνδέεται άμεσα με την ποιότητα ζωής, την κοινωνική συνοχή, την προστασία των φυσικών πόρων και το μέλλον των δημόσιων υπηρεσιών στη χώρα.

Δείτε σε βίντεο το πλήρες κείμενο της ομιλίας του Μανώλη Χριστοδουλάκη