Ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών (ΔΣΑ) καταγγέλλει θεσμική εκτροπή, αμφισβητεί ευθέως τη διαδικασία που ακολουθήθηκε και αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο προσφυγής στο Στρασβούργο για την υπόθεση των παρακολουθήσεων.

Η υπόθεση των τηλεφωνικών υποκλοπών επανέρχεται δυναμικά στο προσκήνιο, προκαλώντας νέο κύμα πολιτικών και θεσμικών αντιδράσεων, μετά την απόφαση για αρχειοθέτηση της σχετικής δικογραφίας από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κώστα Τζαβέλλα. Στη συνέντευξη Τύπου που πραγματοποιήθηκε στον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών (ΔΣΑ), οι παρεμβάσεις των συμμετεχόντων κινήθηκαν σε ιδιαίτερα υψηλούς τόνους, με κοινό παρονομαστή την εκτίμηση ότι η υπόθεση δεν ερευνήθηκε ουσιαστικά και ότι η εξέλιξη αυτή εγείρει σοβαρά ζητήματα για το Κράτος Δικαίου, τη λειτουργία των θεσμών και την προστασία του απορρήτου των επικοινωνιών.

Σύμφωνα με όσα τονίστηκαν, η αρχειοθέτηση της υπόθεσης πραγματοποιήθηκε χωρίς να προηγηθεί ουσιαστική ανακριτική διερεύνηση, χωρίς εξέταση κρίσιμων μαρτύρων και χωρίς αξιολόγηση βασικών αποδεικτικών μέσων. Οι παριστάμενοι νομικοί υπογράμμισαν ότι η επιλογή αυτή έρχεται σε εμφανή αντίθεση με τη σοβαρότητα της υπόθεσης, η οποία, όπως ειπώθηκε, δεν αφορά μόνο ένα ποινικό φάκελο, αλλά αγγίζει τον ίδιο τον πυρήνα της δημοκρατικής λειτουργίας της Πολιτείας.

Κεντρικό πρόσωπο της συνέντευξης ήταν ο πρόεδρος του ΔΣΑ, Ανδρέας Κουτσόλαμπρος, ο οποίος υπογράμμισε ότι υπήρξε πλήρης ενότητα του δικηγορικού σώματος ως προς την ανάγκη να μην παραμείνει η υπόθεση στο αρχείο. Όπως ανέφερε, όλες οι προτάσεις που κατατέθηκαν στο Διοικητικό Συμβούλιο του Συλλόγου κατέληξαν στην ίδια βασική διαπίστωση: ότι απαιτείται περαιτέρω έρευνα και πλήρης διαλεύκανση όλων των πτυχών της υπόθεσης.

Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στην πρόσφατη απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η οποία άνοιξε εκ νέου τον δρόμο για βαθύτερη διερεύνηση. Το δικαστήριο, αξιολογώντας νέα στοιχεία, έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για σοβαρές αξιόποινες πράξεις, μεταξύ αυτών και το κακούργημα της κατασκοπείας, διαβιβάζοντας εκ νέου τη δικογραφία στις εισαγγελικές αρχές. Για τους ομιλητές της συνέντευξης, η εξέλιξη αυτή καθιστούσε ακόμη πιο επιτακτική την ανάγκη για πλήρη ανακριτική διερεύνηση.

Αντί αυτού, όπως επισημάνθηκε, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου αποφάσισε να διατηρήσει την υπόθεση στο αρχείο, κρίνοντας ότι δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα της κατασκοπείας. Η απόφαση αυτή προκάλεσε έντονες αντιδράσεις, καθώς θεωρήθηκε ότι ελήφθη χωρίς να αξιοποιηθεί το σύνολο του αποδεικτικού υλικού και χωρίς να υπάρξει η απαιτούμενη εμβάθυνση.

Πέρα από το ουσιαστικό σκέλος, οι ομιλητές ανέδειξαν και ένα κρίσιμο ζήτημα θεσμικής δεοντολογίας. Ο Ανδρέας Κουτσόλαμπρος υποστήριξε ότι ο Εισαγγελέας όφειλε να αυτοεξαιρεθεί από τον χειρισμό της υπόθεσης, καθώς κατά την επίμαχη περίοδο των παρακολουθήσεων είχε τη θέση του αναπληρωτή επόπτη της ΕΥΠ, ενώ είχε εμπλακεί και στην εξεταστική διαδικασία της Βουλής. Η παράλειψη αυτή, κατά τον ΔΣΑ, επιβαρύνει ακόμη περισσότερο το θεσμικό αποτύπωμα της υπόθεσης.

Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και η αντιπρόεδρος του ΔΣΑ, Χριστίνα Τσαγκλή, η οποία έκανε λόγο για μια πρωτοφανή απόπειρα συγκάλυψης. Όπως ανέφερε, τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου εξέτασαν αναλυτικά την επίμαχη εισαγγελική διάταξη, καθώς και τα στοιχεία που προέκυψαν από τη δικαστική διαδικασία. Η ίδια τόνισε ότι η επιλογή της σκληρής θεσμικής αντίδρασης, ακόμη και με αίτημα για παραίτηση του εισαγγελικού λειτουργού, δεν υπήρξε προϊόν βιασύνης, αλλά κρίθηκε ως αναγκαία απάντηση στη βαρύτητα της θεσμικής προσβολής.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσίασε η τοποθέτηση του ομότιμου καθηγητή Συνταγματικού Δικαίου του ΕΚΠΑ, Νίκου Αλιβιζάτου, ο οποίος αναφέρθηκε στις ευρωπαϊκές διαστάσεις της υπόθεσης. Όπως εξήγησε, στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου εκκρεμούν ήδη δύο σημαντικές ελληνικές υποθέσεις: μία που αφορά τις Ανεξάρτητες Αρχές και μία που σχετίζεται άμεσα με τις υποκλοπές.

Ο κ. Αλιβιζάτος επισήμανε ότι, με βάση τα πρόσφατα ευρωπαϊκά κριτήρια, διαμορφώνεται πλέον μια ουσιαστική νομική βάση για να ευδοκιμήσει νέα προσφυγή στο Στρασβούργο κατά της πράξης με την οποία η δικογραφία παρέμεινε στο αρχείο. Το βασικό επιχείρημα, όπως εξήγησε, αφορά την απουσία ουσιαστικού και ανεξάρτητου δικαστικού ελέγχου, στοιχείο που κατά πάγια νομολογία του ΕΔΔΑ μπορεί να συνιστά παραβίαση του άρθρου 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Στη συζήτηση παρενέβη και ο πρώην υπουργός Δικαιοσύνης Αντώνης Ρουπακιώτης, ο οποίος συνέδεσε την υπόθεση με την ανάγκη ευρύτερων θεσμικών μεταρρυθμίσεων. Ειδικότερα, υπογράμμισε την ανάγκη αναθεώρησης του τρόπου επιλογής των ηγεσιών των ανωτάτων δικαστηρίων, αλλά και της συγκρότησης του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου, ώστε να ενισχυθούν οι εγγυήσεις ανεξαρτησίας και λογοδοσίας.

Από την πλευρά του, ο δικηγόρος Βασίλης Χειρδάρης, σε γραπτή παρέμβασή του, επισήμανε ότι οι Δικηγορικοί Σύλλογοι δεν έχουν μόνο δικαίωμα αλλά και θεσμική υποχρέωση να παρεμβαίνουν ενεργά σε υποθέσεις που άπτονται του δημοσίου συμφέροντος και των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Υπενθύμισε ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Στρασβούργου, οι δικηγόροι λειτουργούν ως δημόσιοι θεματοφύλακες της δημοκρατίας και της δικαιοσύνης.

Η ουσία της παρέμβασης του ΔΣΑ συνοψίζεται στην εκτίμηση ότι η σιωπή απέναντι σε υποθέσεις παρακολουθήσεων και μυστικών υποκλοπών δεν μπορεί να θεωρείται ουδετερότητα. Αντίθετα, όπως επισημάνθηκε, συνιστά θεσμική υποχώρηση. Για τον λόγο αυτό, το δικηγορικό σώμα δηλώνει αποφασισμένο να εξαντλήσει κάθε διαθέσιμο μέσο, τόσο σε εθνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι η υπόθεση θα διερευνηθεί σε βάθος.

Το επόμενο διάστημα αναμένεται με ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς το ενδεχόμενο προσφυγής στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου προσδίδει στην υπόθεση νέα διάσταση. Το βασικό ερώτημα που πλέον τίθεται δεν αφορά μόνο τις ποινικές ευθύνες όσων ενδέχεται να εμπλέκονται στις παρακολουθήσεις, αλλά κυρίως το κατά πόσο οι θεσμοί της ελληνικής δημοκρατίας μπορούν να εγγυηθούν ότι ζητήματα τέτοιας βαρύτητας θα ερευνηθούν με πληρότητα, ανεξαρτησία και διαφάνεια.