Η παράταση των συγκρούσεων στη Μέση Ανατολή ενισχύει τις ανησυχίες για τις αρνητικές συνέπειες στην οικονομία. Διεθνείς οργανισμοί και η Τράπεζα της Ελλάδας προχώρησαν σε καθοδική αναθεώρηση των προβλέψεων τους για την οικονομική μεγέθυνση και ανοδική για τον πληθωρισμό το 2026.

Σε αυτή την δύσκολη συγκυρία το κρίσιμο ερώτημα είναι αν οι οικονομικές πολιτικές και τα μέτρα των τελευταίων ετών διασφαλίζουν τα πιο ευάλωτα κοινωνικά στρώματα τα οποία πλήττονται ασύμμετρα από τις κρίσεις. Σε μια έρευνα της δεξαμενής σκέψης Progressive Lab που πραγματοποιήθηκε – πριν από τον πόλεμο στο Ιράν – σε πέντε χώρες σχετικά με την προσωπική οικονομική κατάσταση, οι πολίτες δηλώνουν δυσαρεστημένοι στην Ελλάδα (55%), στη Ρουμανία (42,4%) και τη Σουηδία (40,1%).

Στο ερώτημα αν η τωρινή γενιά ζει καλύτερα ή χειρότερα από τη γενιά των γονιών της, ο μέσος όρος των πέντε χωρών κινείται προς την αρνητική πλευρά, με το 49,1% να απαντά «χειρότερα» έναντι του 46,8% που απαντά «καλύτερα». Η Ελλάδα καταγράφει την πιο απαισιόδοξη στάση, με το 59,9% των πολιτών να θεωρεί ότι η ζωή του είναι χειρότερη από εκείνη των γονιών του.

Το αφήγημα της κυβέρνησης της ΝΔ – απάντηση στην κριτική ότι οι πολιτικές της δεν φθάνουν σε όλους τους πολίτες – αναδεικνύει τις επιδόσεις στην οικονομική μεγέθυνση σε σύγκριση με την υπόλοιπη ευρωζώνη, τη σημαντική μείωση της ανεργίας και τις αυξήσεις στον κατώτατο μισθό.

Στην πρόσφατη Έκθεση του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας για το 2025 παρατίθενται στοιχεία που δείχνουν ότι ένα σημαντικό τμήμα του πληθυσμού βιώνει δύσκολες συνθήκες. Ο δείκτης κινδύνου φτώχειας ανήλθε το 2024 σε 19,6%, παραμένοντας πάνω από τα προ πανδημίας επίπεδα. Με βάση τα εισοδήματα, ο κίνδυνος φτώχειας στην Ελλάδα εξακολουθεί να υπερβαίνει τον μέσο όρο της ΕΕ (16,2%) και είναι ο έβδομος υψηλότερος στην ΕΕ-27. Το ποσοστό του πληθυσμού που βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικό αποκλεισμό αυξήθηκε το 2024 σε 27,5% από 26,9% το 2023. Η Ελλάδα εμφάνιζε τον τρίτο υψηλότερο κίνδυνο μεταξύ των χωρών της ΕΕ, όταν ο μέσος όρος ήταν 21%.

Ένας βασικός παράγοντας είναι ο επίμονος πληθωρισμός από το 2022, που επηρεάζει αρνητικά την αγοραστική δύναμη, ιδιαίτερα των φτωχών νοικοκυριών. Το καταναλωτικό καλάθι τους περιλαμβάνει περισσότερα βασικά αγαθά, όπως τα είδη διατροφής, όπου καταγράφεται έντονος πληθωρισμός. Η οικονομική πίεση επεκτείνεται και στα μεσαία εισοδήματα, καθώς το 62,1% των νοικοκυριών δηλώνει ότι το εισόδημα δεν επαρκεί για όλο τον μήνα. Σύμφωνα με τη Eurostat, το 2024 η Ελλάδα μαζί με τη Βουλγαρία είχαν το υψηλότερο ποσοστό νοικοκυριών που δεν μπορούσαν να εξασφαλίσουν επαρκή θέρμανση στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Τα παραπάνω στοιχεία δείχνουν ότι, παρά τις θετικές επιδόσεις στην οικονομική μεγέθυνση, η χώρα – με βάση τους κοινωνικούς δείκτες – εξακολουθεί να υστερεί έναντι των εταίρων της. Τα διάφορα pass της κυβέρνησης αποδεικνύονται αναποτελεσματικά, όσο δεν αντιμετωπίζονται οι βαθύτερες αιτίες της ανισότητας. Η επιμονή σε αυτά εξυπηρετεί τις κομματικές ανάγκες της ΝΔ και όχι τις οικονομικές προτεραιότητες για αναδιάρθρωση παραγωγικού προτύπου, δημιουργία ποιοτικών θέσεων εργασίας και στήριξη των ευάλωτων νοικοκυριών. Αυτό αναδεικνύει την ανάγκη για ένα ισχυρότερο κοινωνικό κράτος, ως προϋπόθεση για βιώσιμη ανάπτυξη στην περίοδο των πολυκρίσεων.

* Ο Φίλιππος Σαχινίδης είναι πρώην υπουργός Οικονομικών και μέλος Πολιτικού Συμβουλίου ΠΑΣΟΚ – Κίνηματος Αλλαγής

Πατήστε εδώ και δείτε τα 37 προηγούμενα άρθρα του Φίλιππου Σαχινίδη