Η ιστορική αναδρομή, τα διδάγματα της κρίσης του 2010 και το στοίχημα της ευελιξίας απέναντι στις σύγχρονες προκλήσεις και την έκθεση Ντράγκι

Επιτρέψτε μου να ξεκινήσω την τοποθέτηση στη συζήτηση μας για τους νέους δημοσιονομικούς κανόνες της ΕΕ και τον προϋπολογισμό με ένα ερώτημα.
Υπάρχει ρόλος για τη δημοσιονομική πολιτική; Με απλά λόγια μπορεί να συνεισφέρει αποτελεσματικά στην αντιμετώπιση των αρνητικών συνεπειών για το ΑΕΠ και την πλήρη απασχόληση από οικονομικές κρίσεις;
Όσοι δεν είναι εξοικειωμένοι με τις συζητήσεις των διαφορετικών σχολών οικονομικής σκέψης θα πουν ότι η απάντηση στο παραπάνω ερώτημα είναι αυτονόητη.
Ειδικά αν λάβουμε υπόψη μας ότι χώρες με κυβερνήσεις με διαφορετικές ιδεολογικές προσεγγίσεις αντιμετώπισαν την κρίση χρέους, την ενεργειακή και την κρίση πανδημίας με πρωτοφανείς δημοσιονομικές παρεμβάσεις.
Στις ΗΠΑ μετά την κρίση του 2008 κρατικοποίησαν τράπεζες και ασφαλιστικές εταιρείες ενώ ανάλογες ήταν και οι επιλογές του Ην. Βασιλείου.
Στην Ελλάδα η κυβέρνηση για την κρίση πανδημίας και την ενεργειακή κρίση διέθεσε σχεδόν 60 δισεκατομμύρια ευρώ για την αντιμετώπιση των συνεπειών, προκειμένου να προστατέψει τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις.
Έτσι την τελευταία δεκαπενταετία οι κυβερνήσεις επέλεξαν το όπλο της δημοσιονομικής πολιτικής προκειμένου να διασφαλίσουν την μακροοικονομική σταθερότητα.
Ήταν όμως πάντα έτσι τα πράγματα;
Η απάντηση μου είναι πως όχι.
Επιτρέψτε μου λοιπόν πριν συζητήσουμε τους νέους δημοσιονομικούς κανόνες να κάνω μια ιστορική αναδρομή.
Στη δεκαετία του 1980 και 1990 κυρίαρχη σχολή οικονομικής σκέψης ήταν τα New Classical Macroeconomics στην οποία δεν υπήρχε ο παραμικρός ρόλος για τη δημοσιονομική πολιτική.
Οι θιασώτες της σχολής υπερασπίζονταν την άποψη ότι η δημοσιονομική πολιτική είναι αναποτελεσματική και είναι προτιμότερο να αφήνουμε τις αγορές να επιστρέψουν σε ισορροπία. Με επεκτατική δημοσιονομική πολιτική καταλήγουμε με υψηλότερο πληθωρισμόυψηλότερα  δημοσιονομικά ελλείμματα και υψηλότερο δημόσιο χρέος.
Στην αντίπερα όχθη σε θέση άμυνας ήταν η νεοκλασική σύνθεση. Oι εκπρόσωποι της υποστήριζαν ότι η δημοσιονομική πολιτική είναι εξαιρετικά αποτελεσματική και απαραίτητη ειδικά για την αντιμετώπιση βραχυπρόθεσμων οικονομικών διαταραχών.
Σταματώ εδώ τις θεωρητικές αναλύσεις και έρχομαι στην συζήτηση για τους δημοσιονομικούς κανόνες της ΕΕ.
Μια συζήτηση που κρατά τα τελευταία τριανταπέντε χρόνια.
Στο πλαίσιο της διδακτορικής μου διατριβής προσπάθησα να αποδείξω την αντίφαση που υπήρχε στα δύο δημοσιονομικά κριτήρια της συνθήκης του Μάαστριχτ. Την επίτευξη του κριτηρίου για το δημοσιονομικό έλλειμμα και για το δημόσιο χρέος.
Η άποψή μου ήταν ότι σε έναν κευνσιανό κόσμο η προσπάθεια να μειώσεις απότομα ένα υψηλό δημοσιονομικό έλλειμμα ως ποσοστό του ΑΕΠ θα οδηγήσει σε ύφεση και σε εκτόξευση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ. Αυτό θα καθιστούσε δύσκολη την επίτευξη των κριτηρίων για τη συμμετοχή μιας χώρας στην οικονομική και νομισματική ένωση.
Λίγα χρόνια αργότερα, το 2009 στο ΓΛΚ βρεθήκαμε αντιμέτωποι με μια πρωτοφανή πρόκληση.
Κληθήκαμε να προχωρήσουμε  σε μια περιοριστική δημοσιονομική πολιτική με στόχο τη μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος προκειμένου να πειστούν οι επενδυτές ότι η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ είχε την πολιτική βούληση να μειώσει το έλλειμμα του 15,6% που παρέλαβε από τη ΝΔ ώστε να συγκρατηθεί το κόστος δανεισμού. Δώσαμε έμφαση στο ζήτημα της φερεγγυότητας και αξιοπιστίας γιατί ελλόχευε ο κίνδυνος της απώλειας πρόσβασης στις αγορές.
Όντως το έλλειμμα το 2010 μειώθηκε κατά 5 ποσοστιαίες μονάδες αλλά – όπως είχα βρει και στην προσομοίωση στο διδακτορικό μου – αυτό μας οδήγησε το 2010 σε πιο βαθιά ύφεση 5,7% αφού και το 2009 είχε κλείσει με ύφεση 4,1%.
Το δε δημόσιο χρέος εκτινάχτηκε στο 148% του ΑΕΠ από 130% το 2009.
Τότε δεχόμασταν την ακόλουθη κριτική:
Γιατί επιχειρείτε να μειώσετε το έλλειμμα σε συνθήκες ύφεσης;
Δεν ξέρετε ότι θα επιδεινωθεί η ύφεση;
Η απάντηση μου ήταν ότι το 2009 με έλλειμμα 15,6% η οικονομία βυθίστηκε σε ύφεση.
Πόσο παραπάνω από το 15,6% θα έπρεπε να πάμε το έλλειμμα προκειμένου να οδηγήσουμε την οικονομία σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης σε μια περίοδο που οι επενδυτές εγκατέλειπαν την ελληνική αγορά ομολόγων και τα επιτόκια ανέβαιναν κατακόρυφα.
Κλείνω την ιστορική αναδρομή και επιστρέφω στους κανόνες.
Η εμπειρία από την κρίση του 2008-2012 επιβεβαίωσε ότι οι δημοσιονομικοί κανόνες της ΕΕ ήταν προκυκλικοί και αρκετά πολύπλοκοι.
Μετά την παραβίαση τους από τη Γερμανία και τη Γαλλία στο ξεκίνημα της ΟΝΕ, δεν κατάφεραν να ενεργοποιήσουν τους προληπτικούς μηχανισμούς της ΕΕ στην περίπτωση της Ελλάδας η οποία κατέφυγε στην αποστολή πλαστών στατιστικών στοιχείων για το έλλειμμα και τη δημοσιονομική θέση της χώρας.
Οι νέοι δημοσιονομικοί κανόνες της ΕΕ παρουσιάστηκαν στη δημόσια συζήτηση ως πιο απλοί και αντικυκλικοί.
Οι χώρες καταθέτουν ένα δημοσιονομικό διαρθρωτικό σχέδιο σε βάθος τετραετίας ή επταετίας το οποίο και καθορίζει την πορεία των καθαρών πρωτογενών δαπανών και περιγράφει πως θα μειωθεί το δημόσιο χρέος ή πως θα παραμείνει σε ασφαλή επίπεδα. Από τη στιγμή που η πορεία των δαπανών συμφωνηθεί καθίσταται δεσμευτική για τη χώρα.
Οι νέοι κανόνες ενσωματώνουν κάποια στοιχεία ευελιξίας, όπως εθνικά προγράμματα και ρήτρα διαφυγής. Ωστόσο μπορεί να είναι προκυκλικοί για χώρες με ήδη υψηλό δημόσιο χρέος προς ΑΕΠ και συνεπώς μπορεί να λειτουργήσουν αποσταθεροποιητικά.
Η οριοθέτηση του ετήσιου ρυθμού μεταβολής των καθαρών πρωτογενών δαπανών σε βάθος τετραετίας ή επταετίας δεν αφήνει περιθώρια για την αντικυκλική λειτουργία τους ειδικότερα σε υφεσιακές συνθήκες για οικονομίες με μεγάλες ανάγκες απομείωσης του δημόσιου χρέους.
Επειδή όμως δεν έχουμε διαθέσιμα εμπειρικά στοιχεία αφού οι νέοι κανόνες εφαρμόζονται μόλις 1-2 χρόνια στα επόμενα χρόνια θα δούμε αν οι απόψεις μου επιβεβαιωθούν.
Οι κανόνες αυτοί δεν επιτρέπουν την υλοποίηση των προτάσεων της έκθεσης Ντράγκι για ετήσιες δαπάνες 800 δις ευρώ προκειμένου η ΕΕ να γίνει πιο ανταγωνιστική και να λύσει το πρόβλημα της χαμηλής παραγωγικότητας.
Η πραγματική πρόκληση για την Ευρώπη δεν είναι αν θα χρησιμοποιήσει τη δημοσιονομική πολιτική, αλλά πώς θα δημιουργήσει τις συνθήκες ώστε να μπορεί να τη χρησιμοποιήσει αποτελεσματικά χωρίς να υπονομεύει τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και το κοινό νόμισμα. Με άλλα λόγια το ζητούμενο είναι ο επαρκής συντονισμός μεταξύ κοινής νομισματικής πολιτικής και εθνικών δημοσιονομικών πολιτικών με κανόνες που θα δημιουργούν την απαιτούμενη ευελιξία.
Κλείνω με τρία σχόλια για την πρωτοβουλία που ανακοίνωσε η κυβέρνηση της ΝΔ για την συνταγματική θέσπιση φρένου χρέους.
Εκτιμώ ότι είναι περιττή με δεδομένους τους νέους δημοσιονομικούς κανόνες. Άλλωστε πρόσφατα η Γερμανία – υπερασπιστής της συνταγματικής πρόβλεψης για δημοσιονομική πειθαρχία με συγκεκριμένο δημοσιονομικό στόχο – προχώρησε σε αναθεώρηση του γιατί δεν μπορούσε να πραγματοποιήσει τις αναγκαίες δημόσιες επενδύσεις.
Αν πάλι επιλεγεί να εισαχθεί ρήτρα για ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς δεν χρειαζόμαστε Υπουργό Οικονομικών. Οπότε μαζί με την αναθεώρηση – αν εγκριθεί – ας καταργηθεί και το Υπουργείο Οικονομικών και ας ανατεθεί στην τεχνητή νοημοσύνη η κατάρτιση του προϋπολογισμού.
Τέλος, η αξιοποίηση της ρήτρας διαφυγής δεν δημιουργεί δημοσιονομικό χώρο όπως τονίζει και το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους της Βουλής ούτε διασφαλίζει την μείωση του χρέους.
Κλείνω με μια θέση. Η ταυτόχρονη μείωση δαπανών και φόρων δεν μπορεί να λογίζεται ως κοινωνικά δίκαιη και συμπεριληπτική πολιτική.  Η δημοσιονομική πολιτική πρέπει να είναι αξιόπιστη να διασφαλίζει τη δημοσιονομική σταθερότητα να στοχεύει στην επίτευξη της πλήρους απασχόλησης και να εξασφαλίζει τους αναγκαίους πόρους για ένα βιώσιμο και ποιοτικό κοινωνικό κράτος. Αυτή είναι η καλύτερη άμυνα για τη Δημοκρατία από τους κινδύνους που την απειλούν.

Σημείωση: Το παραπάνω κείμενο αποτελεί την παρέμβαση του κ. Σαχινίδη στην εκδήλωση του ΙΔΟΣ με τίτλο «ΕΝΩΣΙΑΚΟΙ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΚΑΙ ΕΘΝΙΚΟΣ ΠΡΟΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ», που έγινε στην Αθήνα την Παρασκευή 20 Μαρτίου 2026

* Ο Φίλιππος Σαχινίδης είναι πρώην υπουργός Οικονομικών και μέλος Πολιτικού Συμβουλίου ΠΑΣΟΚ – Κίνηματος Αλλαγής

Πατήστε εδώ και δείτε τα 34 προηγούμενα άρθρα του Φίλιππου Σαχινίδη