Στέφανος Παραστατίδης: Η Ελληνική Δημοκρατία σε κρίση

0

Οι μηχανισμοί του κράτους δικαίου δεν έχουν απλώς αδυνατίσει, αλλά δεν λειτουργούν

Στον φετινό Δείκτη Φιλελεύθερης Δημοκρατίας (Liberal Democracy Index) του Πανεπιστημίου του Gothenburg, που δημοσιεύθηκε πριν λίγες ημέρες, η Ελλάδα κατατάσσεται στην 52η θέση μεταξύ 179 χωρών παγκοσμίως, τρεις θέσεις χαμηλότερα από πέρυσι. Ανάμεσα στις 27 χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης βρίσκεται στην 24η θέση, σε ένα καθόλου τιμητικό γκρουπ χωρών όπου η δημοκρατία εμφανίζει σοβαρά προβλήματα, καθώς ξεπερνά μόνο τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία και την Ουγγαρία. Μάλιστα, η έρευνα δεν συγκαταλέγει την Ελλάδα στις πλήρεις φιλελεύθερες δημοκρατίες από το 2022, μια υποβάθμιση ιδιαίτερα προβληματική για το επίπεδο των θεσμών της χώρας.

Ο Δείκτης αναδεικνύει αδυναμίες των ελληνικών θεσμών τόσο στο επίπεδο των εκλογών όσο και, κυρίως, στο σύστημα θεσμικών αντιβάρων, δηλαδή στον έλεγχο της εξουσίας. Στον δημοκρατικό πυλώνα, που αφορά τις ελεύθερες και αδιάβλητες εκλογές, η Ελλάδα κατατάσσεται στην 43η θέση παγκοσμίως. Αντίθετα, στον φιλελεύθερο πυλώνα, που αξιολογεί την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης, την προστασία των δικαιωμάτων και τους ελεγκτικούς μηχανισμούς, υποχωρεί στην 75η θέση. Με άλλα λόγια, η χώρα βρίσκεται οριακά πάνω από τον παγκόσμιο μέσο όρο. Αν και η κρίση τραυμάτισε τη θεσμική αξιοπιστία της χώρας, η πιο συστηματική υποχώρηση ξεκινά μετά το 2019. Έκτοτε, ο κοινοβουλευτικός έλεγχος της κυβέρνησης εμφανίζεται σταθερά αποδυναμωμένος, με τη βαθμολογία να διαμορφώνεται το 2025 μόλις στο 59,4 στα 100, τη χαμηλότερη επιμέρους επίδοση της χώρας. Η εικόνα αυτή αποτυπώνει μια πραγματικότητα που είναι ήδη ορατή: η Βουλή νομοθετεί, αλλά σπάνια ελέγχει. Η εξέλιξη αυτή συνδέεται με συγκεκριμένες θεσμικές προκλήσεις της περιόδου.

Ξεκινώντας από το 2019, το έτος των εκλογών, παρατηρούνται δύο κρίσιμες θεσμικές εξελίξεις: Η πρώτη αφορά τη διεξαγωγή εθνικών εκλογών υπό την εν ενεργεία κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, και όχι υπό υπηρεσιακή κυβέρνηση, με σκοπό τον διορισμό νέας ηγεσίας στο Ανώτατο Δικαστήριο. Η τότε κυβέρνηση επικαλέστηκε τις συνταγματικές προβλέψεις του άρθρου 41, παρ. 2 περί «εθνικού θέματος εξαιρετικής σημασίας» και δεν προχώρησε στη σύσταση υπηρεσιακής κυβέρνησης. Η κυβερνητική πλειοψηφία συνέχισε να νομοθετεί έως τις εκλογές, με την ψήφιση του νέου ποινικού κώδικα να αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα προβληματικής θεσμικής πρακτικής. Η δεύτερη κρίσιμη καμπή που εντοπίζεται το 2019 αφορά στην ψήφιση του ν. 4622/2019 από τη νέα κυβέρνηση της ΝΔ, του νόμου που εισήγαγε το επιτελικό (ή καλύτερα συγκεντρωτικό) κράτος και την καφκική δομή της Προεδρίας της Κυβερνήσεως. Ο θεσμικός αυτός συγκεντρωτισμός αποκρυσταλλώνεται στην οξύμωρη θέση μίας κατ’ όνομα εύρυθμης λειτουργίας της κυβέρνησης με συντονιστικό χαρακτήρα, που όλα γίνονται με εντολή Πρωθυπουργού, και σε μία άγνοια περί θεσμικών σκανδάλων όπως οι υποκλοπές και ο ΟΠΕΚΕΠΕ, και η τραγωδία των Τεμπών που ανάδειξε δομικές παθογένειες στις μεταφορές, ανάμεσα σε άλλα. Κάποια στιγμή θα πρέπει να μάθουμε, αν η Προεδρία της Κυβερνήσεως έχει πετύχει, τότε ο Πρωθυπουργός και οι Υπουργοί θα πρέπει να γνωρίζουν και να αναλαμβάνουν την ευθύνη· αν έχει αποτύχει, θα πρέπει να αλλάξουμε το αποτυχημένο αυτό μοντέλο.

Φυσικά, η Βουλή και η αντιπολίτευση, ως ελεγκτικοί θεσμοί, φέρουν επίσης ευθύνες. Η αδυναμία κατάθεσης πρότασης δυσπιστίας χωρίς τουλάχιστον 50 υπογραφές, σε συνδυασμό με την υποχώρηση της κουλτούρας συναινέσεων στις κοινοβουλευτικές διαδικασίες, αφήνει την εκτελεστική εξουσία σε μεγάλο βαθμό ανεξέλεγκτη. Ωστόσο, τα πιο κρίσιμα ζητήματα αφορούν και πάλι την συμπολίτευση. Όταν το 2023 η απόφαση της Διάσκεψης των Προέδρων της Βουλής για τον διορισμό νέων μελών στο ΕΣΡ και την ΑΔΑΕ πάρθηκε με πλειοψηφία μικρότερη των τριών πέμπτων των μελών του Κοινοβουλευτικού οργάνου, τελέστηκε στη χώρα μία θεσμική εκτροπή με τις ευλογίες –και τη συμμαχία– της Ελληνικής Λύσης. Καθώς η Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής αποτελούταν από 27 μέλη (και αυτό με αιφνίδια αλλαγή του Κανονισμού της Βουλής λίγες ημέρες νωρίτερα), τα τρία πέμπτα των 27 μελών είναι 16,2 μέλη, άρα για τον υπολογισμό του αναγκαίου αριθμού των θετικών ψήφων για τη νομική εγκυρότητα της απόφασης για τον διορισμό των μελών των Ανεξάρτητων Αρχών απαιτείται στρογγυλοποίηση προς τα πάνω. Εδώ, η θεσμική πρωτοτυπία, που μάλιστα δεν ελέγχθηκε ούτε αυτή δικαστικά, έκανε τη στρογγυλοποίηση προς τα κάτω μειώνοντας το όριο της απαιτούμενης πλειοψηφίας κάτω από τις σχετικές προβλέψεις του Συντάγματος, δηλαδή ακέραια τρία πέμπτα. Για τις εξεταστικές επιτροπές, η συζήτηση είναι γνωστή, με τα πορίσματα της κυβερνητικής πλειοψηφίας να απαλλάσσουν από κάθε ευθύνη τα δικά τους παιδιά – σε αντίθεση με όλα τα στοιχεία που προσκομίστηκαν ή εμποδίστηκαν σθεναρά να προσκομιστούν.

Πέρα όμως από τον κοινοβουλευτικό έλεγχο, τα προβλήματα στη δικαιοσύνη αποτυπώνονται επίσης στη βαθμολογία της χώρας. Ο δικαστικός έλεγχος της κυβέρνησης βαθμολογείται με 74,6 στα 100 για το 2025, σημειώνοντας μάλιστα επιδείνωση, ιδιαίτερα την περίοδο 2024-2025. Και εδώ τα παραδείγματα είναι ενδεικτικά της κατάστασης. Στην υπόθεση των υποκλοπών, το Β’ Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών έκρινε ενόχους τους «ιδιώτες» κατηγορούμενους κάνοντας δεκτή την πρόταση του εισαγγελέα για διαβίβαση αντιγράφων της δικογραφίας ώστε να διερευνηθούν ποινικές ευθύνες και άλλων προσώπων. Την ίδια στιγμή, ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι δεν υπήρξε καμία απολύτως εμπλοκή με το Predator και έθεσε την υπόθεση στο αρχείο. Αυτή η θεσμική αντίφαση από μόνη της δημιουργεί σοβαρά ερωτήματα για τη συνοχή του κράτους δικαίου.

Στην ίδια υπόθεση, η Ολομέλεια του ΣτΕ εξέδωσε το 2024 απόφαση (465/2024) που έκρινε αντισυνταγματική την πλήρη απαγόρευση ενημέρωσης των παρακολουθούμενων. Η ΕΥΠ αρνήθηκε, ουσιαστικά, να συμμορφωθεί και η κυβέρνηση να ενημερώσει τον Ν. Ανδρουλάκη σχετικά με την παρακολούθησή του. Η ΑΔΑΕ, η συνταγματικά κατοχυρωμένη ανεξάρτητη αρχή για το απόρρητο των επικοινωνιών, παρεμποδίστηκε στο έργο της, με τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου να εκδίδει γνωμοδότηση (αρ. 1/2023) που απειλούσε με ποινικές κυρώσεις τους «παραβάτες» των θέσεών της, με αποδέκτη, μεταξύ άλλων, τον ίδιο τον Πρόεδρο της ΑΔΑΕ, κ. Χ. Ράμμο. Παράλληλα, οι συνθήκες δικαστικής διερεύνησης της τραγωδίας στην Πύλο χαρακτηρίστηκαν επανειλημμένως προβληματικές από νομικούς αναλυτές, ενώ τα pushbacks και οι παραβιάσεις ατομικών δικαιωμάτων παραμένουν μία καθημερινότητα στο Αιγαίο.

Η επιστημονική έρευνα του Πανεπιστημίου του Gothenburg απλώς διαπιστώνει αυτό που οι περισσότερες και οι περισσότεροι γνωρίζουμε ήδη στην Ελλάδα: οι μηχανισμοί του κράτους δικαίου δεν έχουν απλώς αδυνατίσει, αλλά δεν λειτουργούν. Οι πολίτες βλέπουν μία συγκεντρωτική κυβέρνηση να μην ελέγχεται και όταν το κράτος και οι ανεξάρτητοι μηχανισμοί ελέγχου, που εισήχθησαν στην τελευταία πραγματικά μεταρρυθμιστική συνταγματική αναθεώρηση ενίσχυσής του κράτους το 2001, προσπαθούν να το κάνουν, εμποδίζονται και διώκονται. Αποτελεί και σήμερα χρέος της δημοκρατικής παράταξης η ανασύνταξή της και η δημιουργία θεσμικού και πολιτικού μετώπου ενάντια στην περαιτέρω πολιτική αποδυνάμωσης του κράτους δικαίου.

Share.

Comments are closed.

WordPress Πρόσθετο Cookie από το Real Cookie Banner