Η άφιξη του αυθεντικού πίνακα του Ευγένιου Ντελακρουά στο Ξενοκράτειο Αρχαιολογικό Μουσείο του Μεσολογγίου μοιάζει με επιστροφή προσώπου ζωντανού και όχι με μεταφορά αντικειμένου.
Δεν έρχεται ένα έργο τέχνης αλλά ένα κομμάτι της ίδιας της ιστορίας αυτού του τόπου.
Ο καμβάς που γεννήθηκε από τον απόηχο της Εξόδου κουβαλά μέσα του τη σκόνη των τειχών τις κραυγές που δεν ακούστηκαν ποτέ και μια σιωπηλή υπόσχεση πως τίποτα δεν χάνεται όταν γίνεται φως.
Το Μεσολόγγι τον υποδέχεται σαν να ανοίγει ξανά μια πληγή για να ανασάνει. Δυο αιώνες μετά οι δρόμοι η λιμνοθάλασσα ο αέρας θα σταθούν απέναντι στη μορφή της Ελλάδας μέσα στα ερείπια και θα αναγνωρίσουν τον εαυτό τους. Εκείνη η γυναίκα του Ντελακρουά δεν είναι σύμβολο μα άνθρωπος που ακόμα περιμένει δικαίωση. Το βλέμμα της δεν ανήκει στο παρελθόν κοιτά κατευθείαν το σήμερα και μας ρωτά τι κάναμε με όσα μας παραδόθηκαν.
Η έκθεση γίνεται έτσι μια πράξη σχεδόν ιερή. Όποιος σταθεί μπροστά στον πίνακα δεν θα δει μόνο χρώμα και σύνθεση αλλά το αποτύπωμα μιας επιλογής ζωής. Θα νιώσει ότι η ελευθερία δεν χαρίζεται αλλά γεννιέται μέσα από ρίσκο πόνο και πίστη. Ο Ντελακρουά ζωγράφισε μια στιγμή και χωρίς να το ξέρει έγραψε ένα διαρκές συμβόλαιο με τον ελληνικό χρόνο.
Και εφέτος το Μεσολόγγι δεν γιορτάζει απλά μια επέτειο για τα 200 χρόνια από την έξοδο ,ανοίγει διάλογο με τους νεκρούς της με τους ζωντανούς της με όσους ακόμα αναζητούν νόημα μέσα σε έναν κόσμο κουρασμένο.
Ο πίνακας στέκεται σαν καθρέφτης όπου κάθε γενιά θα δει το δικό της πρόσωπο άλλοτε φοβισμένο άλλοτε αποφασισμένο μα πάντα ανθρώπινο.
Αυτή η συνάντηση τέχνης και τόπου είναι μια μικρή επανάσταση σιωπής. Και ίσως φεύγοντας από το Ξενοκράτειο ο καθένας να πάρει μαζί του κάτι πιο δυνατό από μια εικόνα μια σπίθα που θα του ψιθυρίζει πως όσο υπάρχει μνήμη υπάρχει και μέλλον.