Παύλος Γερουλάνος: Η πατριωτική οικονομία ως ο άλλος δρόμος

0

Στην πολιτική μπορεί πάντα κάποιος να βρίσκει στατιστικούς δείκτες που ικανοποιούν τη δική του αλήθεια. Στην αγορά δεν ισχύει το ίδιο. Διότι η αγορά ή «κινείται» ή όχι. Και η ελληνική αγορά σήμερα αγκομαχά, ενώ αυτή η κυβέρνηση είχε στη διάθεσή της κοντά στα 100 δισεκατομμύρια να επενδύσει σε αυτήν.

Υποχρεώσεις προς το δημόσιο αυξάνονταιπληρωμές καθυστερούν, ρυθμισμένα δάνεια ξανακοκκινίζουν. Τόσο οι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι σήμερα όσο και ο κ. Μητσοτάκης ως αντιπολίτευση προέβλεπαν πολύ υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης, αλλά οι χρηματοδοτικές διευκολύνσεις χρησιμοποιήθηκαν ως «λεφτόδεντρο» πολιτικής επικυριαρχίας από μία κυβέρνηση που υποτίθεται αποκηρύσσει την πρακτική.

Το πολυσυζητημένο παραγωγικό μοντέλο της χώρας παρέμεινε βασισμένο στις εισαγωγές και στην κατανάλωση, διότι τα χρήματα οδηγήθηκαν σε οικονομικές πρακτικές που είχαν μικρό διαχρονικό αποτύπωμα στην πραγματική ελληνική οικονομία.

Από του χρόνου, το «λεφτόδεντρο» ξεραίνεται, την ώρα που η παραγωγικότητα της ελληνικής οικονομίας παραμένει στάσιμη σε μια εξαιρετικά ανταγωνιστική εποχή και οι Έλληνες επιχειρηματίες συνεχίζουν να «παίζουν μπάλα» σε ανηφορικό γήπεδο ενώ ξένες επιχειρήσεις δεν τηρούν βασικούς κανόνες δίκαιου διεθνούς ανταγωνισμού.

Απέναντι στο προφανές ερώτημα «και τώρα τι κάνουμε;», προτείνω τον δρόμο της Πατριωτικής Οικονομίας.

Πατριωτική Οικονομία είναι ένα μοντέλο ανάπτυξης που επενδύει ενεργά στις πλουτοπαραγωγικές πηγές της χώρας και στέκεται αρωγός, με κάθε νόμιμο μέσο, δίπλα στους Έλληνες επιχειρηματίες κάθε μεγέθους, τους Έλληνες εργαζόμενους και ελεύθερους επαγγελματίες.

Αυτό προϋποθέτει κεντρικό σχεδιασμό, περιφερειακό συντονισμό και ευρύτατη συμμετοχή, διότι η αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου απαιτεί διεύρυνση της παραγωγικής βάσης. Για αυτό θα χρειαστεί και ριζική αναθεώρηση του πώς χρησιμοποιούμε τα πέντε, συν ένα, εργαλεία που έχει στη διάθεσή της μια οποιαδήποτε κυβέρνηση για την αλλαγή του παραγωγικού μας μοντέλου.

Το πρώτο από αυτά αφορά τις πλουτοπαραγωγικές πηγές της χώρας που σήμερα παραμένουν αναξιοποίητες σε κάθε γωνιά της Ελλάδας. Για να δημιουργήσουμε παραγωγικές συνέργειες επιχειρηματικής δραστηριότητας που θα προσφέρουν αξία σε αυτές τις πλουτοπαραγωγικές πηγές, χρειάζεται στενή συνεργασία με τις τοπικές αρχές, τα επιμελητήρια και τα πανεπιστήμια για σωστό συντονισμό δράσεων και επενδύσεων.

Το δεύτερο είναι η δημόσια περιουσία, η οποία λιμνάζει στα χέρια του Υπερταμείου. Η ΕΤΑΔ ακόμα δεν έχει πλήρη εικόνα του χαρτοφυλακίου των 70.000 ακινήτων που διαχειρίζεται, ενώ πολλά από αυτά μπορούν να λειτουργήσουν τόσο για να βοηθήσουν στην αξιοποίηση τοπικών πλουτοπαραγωγικών πηγών όσο και ως βαλβίδα αποσυμπίεσης της στεγαστικής κρίσης.

Το τρίτο είναι τα χρήματα από το εξωτερικό, όπως το όποιο Ταμείο Ανάκαμψης και το ΕΣΠΑ, τα οποία μπορούν να τροφοδοτήσουν την εξωστρέφεια, την καινοτομία και τη δημιουργία οικονομιών κλίμακας μέσω της συνεργασίας και του συνεταιρισμού μικρομεσαίων επιχειρήσεων.

Είναι ο καλύτερος τρόπος να μετασχηματίσουμε τον τρόπο παραγωγής και ανάπτυξης, να διασφαλίσουμε ότι αυτά τα χρήματα θα διαχέονται στην αγορά αλλά και να αυξήσουμε τον ανταγωνισμό σε δραστηριότητες όπως την παραγωγή ενέργειας. Η δε ΚΑΠ, αν χρησιμοποιηθεί σωστά, μπορεί να βοηθήσει στην απαραίτητη οργάνωση της παραγωγής αγροτικών προϊόντων, ώστε και να μειώσουν το κόστος παραγωγής και να βρουν καλές τιμές στο εξωτερικό.

Το τέταρτο εργαλείο είναι το φορολογικό σύστημα. Σήμερα αποτελεί τροχοπέδη της ανάπτυξης, αφού φορολογεί το επάγγελμα και όχι το πραγματικό εισόδημα, όταν θα μπορούσε να λειτουργεί με κίνητρα για να πετύχουμε εθνικούς στόχους. Η κινητροδότηση όμως απαιτεί αλλαγή στοχοθεσίας και νοοτροπίας της κεντρικής διοίκησης.

Πέμπτο, το τραπεζικό σύστημα. Ένα υγιές και ανταγωνιστικό τραπεζικό σύστημα τροφοδοτεί την ανάπτυξη μέσω ισόρροπης πρόσβασης σε κεφάλαια, συνδυάζει και πολλαπλασιάζει δημόσιους και ιδιωτικούς πόρους και συντελεί στον παραγωγικό μετασχηματισμό. Το ελληνικό τραπεζικό σύστημα παραμένει ρηχό, μη ανταγωνιστικό και αφήνει έξω από την παραγωγική δραστηριότητα επιχειρήσεις που μπορούν να συμβάλλουν σημαντικά στην αξιοποίηση αδρανών πλουτοπαραγωγικών πηγών. Ο στόχος της Τράπεζας της Ελλάδος για αύξηση του ανταγωνισμού θα χρειαστεί εθνική προτεραιοποίηση.

Τελευταίο αλλά ίσως πιο σημαντικό, το ανθρώπινο κεφάλαιο. Η επένδυση στην παιδεία, την έρευνα και την καινοτομία στο επίπεδο του 5% του ΑΕΠ, χαρακτηριστικό των πλέον βιώσιμων οικονομιών, αξιοποιεί την ενδογενή ανθρώπινη ανάγκη για δημιουργία και πολλαπλασιάζει το αποτέλεσμα σε όλη την παραγωγική αλυσίδα.

Τα χρήματα αυτά, αν συνδυαστούν με επένδυση σε κοινωνικές υπηρεσίες, μπορούν να βοηθήσουν στην ανάκτηση του χαμένου ανθρώπινου κεφαλαίου και στην επένδυσή του σε νέες πλουτοπαραγωγικές δραστηριότητες.

Ενεργοποιώντας αυτά τα εργαλεία και αξιοποιώντας τα συντονισμένα για να χτίσουμε μια Πατριωτική Οικονομία, μπορούμε να μετατρέψουμε το παραγωγικό μοντέλο εισαγωγών και χαμηλής προστιθέμενης αξίας, σε ένα που καινοτομεί και βάζει τις εξαγωγές της στα καλύτερα ράφια του κόσμου.

Για να το πετύχουμε δεν αρκεί να ενεργοποιήσουμε τα εργαλεία αλλά να τα συντονίσουμε ώστε να έχουν ένα στοχευμένο, πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα, κινητοποιώντας τοπικές και οικονομικές κοινότητες γύρω από τους ίδιους στόχους. Αυτό προϋποθέτει ένα συνεκτικό σχέδιο βιώσιμης ανάπτυξης, που ενεργεί άμεσα και αποδίδει διαρκή παραγωγικό μετασχηματισμό.

Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι ένα τέτοιο σχέδιο δεν είναι δυνατό να εφαρμοστεί από μια συγκεντρωτική οργάνωση του κράτους όπως η σημερινή, αλλά από έναν μηχανισμό διαφάνειας και λογοδοσίας που απλώνεται σε ολόκληρο το θεσμικό εποικοδόμημα.

Για αυτό και η Πατριωτική Οικονομία προϋποθέτει και πολιτική αλλαγή.

Share.

Comments are closed.

WordPress Πρόσθετο Cookie από το Real Cookie Banner