Η Μεταπολίτευση είναι η βάση στην οποία οικοδομήθηκε η σύγχρονη ελληνική πολιτική. Ιστορικά η Μεταπολίτευση , η αλλιώς η τρίτη ελληνική δημοκρατία, χαρακτηρίζεται από την εδραίωση της δημοκρατίας, την κοινωνική ένταξη και την αίσθηση της προόδου. Σύμφωνα με τον πολιτικό επιστήμονα Γιάννη Βούλγαρη “η αρχή της περιόδου είναι σαφής και μονοσήμαντη: 24 Ιουλίου 1974, ημέρα που έπεσε η επτάχρονη Δικτατορία των Συνταγματαρχών. Το τέλος όμως είναι ασαφές”. Η ασάφεια αυτή βασίζεται στο γεγονός ότι για πολλούς η πρώτη φάση της Μεταπολίτευσης τελειώνει με τον θάνατο του Ανδρέα Παπανδρέου το 1996 εννοώ πολλοί θεωρούν την εποχή μετά την οικονομική κρίση του 2009 ως μια νέα περίοδο. Παρόλα αυτά μπορούμε να πούμε ότι εξακολουθούμε πολιτικά να ζούμε στην Μεταπολιτευτική περίοδο. Αλλά μήπως βρισκόμαστε στο τέλος της; Στο ακόλουθο άρθρο θα αποσαφηνίσουμε τους λόγους που μπορούμε να πούμε ότι η Μεταπολίτευση βρίσκεται στο τέλος της, η μάλλον γιατί είναι αναγκαίο να τελειώσει.

Γιατί είμαστε στο τέλος;
Είναι πολύ απλό. Όταν ένα πολιτικό σύστημα συνεχίζει να λειτουργεί θεσμικά αλλά δεν εμπνέει ούτε δίνει προοπτική δεν διανύει απλά μια κρίση αλλά βρίσκεται στο ιστορικό της τέλος. Οι Έλληνες έχουν χάσει την κάθε εμπιστοσύνη και ελπίδα στην πολιτική της χώρας με την αποχή από τις εκλογικές διαδικασίες να βρίσκεται σε ιστορικά επίπεδα, τις πορείες και τις διαδηλώσεις κατά της κυβέρνησης να έχουν γίνει καθημερινό φαινόμενό και όλα αυτά χωρίς να υπάρχει αντιπολίτευση που να εμπνέει τον κόσμο η που να φαίνεται ικανή να φέρει μια νέο κυβέρνηση σταθερότητας. Με λίγα λόγια ο λαός έχει φτάσει στο όρια του. Και έχει κάθε δίκιο.

Η κυβέρνηση της ΝΔ και του Κυριάκου Μητσοτάκη έχει σπάσει κάθε ρεκόρ στα θέματα διαφθοράς και αντιδημοκρατίας με μόνο της στόχο να παραμείνει στην κυβέρνηση “μέχρι να δύσει ο ήλιος” και να απολαμβάνει της ανέσεις της εξουσίας πάνω στις πλάτες του ελληνικού λαού. Όχι ότι έχει ιδιαίτερο ανταγωνισμό. Η αξιωματική αντιπολίτευση του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ είναι τόσο κολλημένη με το παρελθόν της που δεν μπορεί να καταλάβει ότι δεν έχει μέλλον. Και τι μέλλον να έχει με έναν πρόεδρο σαν τον Νίκο Ανδρουλάκη ο οποίος διοικεί το κόμμα του με τακτικές ΠΑΣΠ ενώ αρνείται να κάνει αντιπολίτευση στην ΝΔ. Το ΚΚΕ παραμένει σταθερό στην ακινησία του περιμένοντας ποτέ θα ωριμάσουν οι συνθήκες, η Ελληνική Λύση έχει χάσει τον ρόλο της αφού πλέον η ΝΔ έχει καταντήσει πιο συντηρητική οπό την ίδια, ενώ όλα τα άλλα κόμματα της βουλής περιμένουν την επόμενη κίνηση του Αλέξη Τσίπρα του τρίτου δημοσκοπικά πιο πρωθυπουργήσιμου προσώπου με πρώτον τον κανέναν. Βέβαια δεν ευθύνεται μόνο η κατάσταση των πολιτικών και των κομμάτων για το τέλος της Μεταπολίτευσης αλλά και το ίδιο το πολιτικό σύστημα που επέτρεψε αυτή την κατάντια.

Η ελαττωματική κοινοβουλευτική δημοκρατία
Το ίδιο το κοινοβουλευτικό σύστημα της Μεταπολίτευσης διευκολύνει τη διαφθορά και την αντιδημοκρατικότητα λόγω της συγκέντρωσης εξουσίας στην εκτελεστική και της ταύτισης κυβέρνησης και κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Όταν η Βουλή λειτουργεί περισσότερο ως όργανο επικύρωσης αποφάσεων παρά ως μηχανισμός ελέγχου, οι ανεξάρτητες φωνές περιορίζονται και οι βουλευτές εξαρτώνται από την κομματική πειθαρχία για την καριέρα τους, αντί να εκπροσωπούν ουσιαστικά τους πολίτες. Η θέση του Προέδρου της Δημοκρατίας περιορίζεται σε τυπικό ρόλο, χωρίς επαρκή δυνατότητα παρέμβασης σε περιπτώσεις κρίσης ή καταχρήσεων εξουσίας, ενώ οι θεσμοί που θα μπορούσαν να ελέγχουν και να περιορίζουν τις αυθαιρεσίες παραμένουν υποβαθμισμένοι. Σε ένα τέτοιο σύστημα, η εξουσία μπορεί να χρησιμοποιείται για πελατειακές πρακτικές, κομματική ενίσχυση και προσωπικά συμφέροντα, ενώ η κοινωνία βλέπει τους θεσμούς να λειτουργούν τυπικά αλλά όχι ουσιαστικά. Όταν συγκεντρώνονται οι αποφάσεις στα κεντρικά όργανα και δεν δίνεται πραγματική δυνατότητα συμμετοχής στους πολίτες, δημιουργείται μια μορφή “ψευδούς δημοκρατίας” οι θεσμοί φαίνονται ενεργοί, αλλά η πραγματική δύναμη και η λογοδοσία βρίσκονται στα χέρια λίγων, με αποτέλεσμα η αντιδημοκρατική φθορά να είναι δομική και όχι απλώς αποτέλεσμα κακών πολιτικών.

Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας υπό τον Κυριάκο Μητσοτάκη έχει αξιοποιήσει πλήρως αυτήν τη δομή, μετατρέποντας την αυτοδυναμία της σε εργαλείο συγκέντρωσης εξουσίας και περιορισμού κάθε ελέγχου. Η πλειοψηφία των εδρών στη Βουλή της επιτρέπει να νομοθετεί χωρίς ουσιαστικό αντίβαρο, καθιστώντας τη Βουλή όργανο επικύρωσης και όχι ελέγχου. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το επιτελικό κράτος λειτουργεί ως μηχανισμός συγκέντρωσης όλων των κρίσιμων αποφάσεων στα χέρια λίγων κορυφαίων στελεχών, ενισχύοντας την ικανότητα της κυβέρνησης να παρακάμπτει θεσμικούς ελέγχους και να περιορίζει τη διαφάνεια. Η αυτοδυναμία, σε συνδυασμό με τη συχνή έλλειψη πραγματικής αντιπολίτευσης, έχει δημιουργήσει συνθήκες όπου πολιτικά σκάνδαλα ή αμφιλεγόμενες αποφάσεις μπορούν να περνούν χωρίς ουσιαστικές συνέπειες, ενώ οι πολίτες παραμένουν αποστασιοποιημένοι και ανίσχυροι να επηρεάσουν τις εξελίξεις. Το αποτέλεσμα είναι μια κυβέρνηση με ολοκληρωτικά χαρακτηριστικά, που εκμεταλλεύεται τη θεσμική συγκέντρωση εξουσίας, την πλειοψηφία και τον περιορισμένο κοινοβουλευτικό έλεγχο για να εδραιώσει την κυριαρχία της, ενισχύοντας τη διαφθορά και περιορίζοντας ουσιαστικά τη δημοκρατική λειτουργία του κράτους.

Η ιστορία επαναλαμβάνεται
Το τέλος της περιόδου πριν τη Χούντα και το τέλος της Μεταπολίτευσης δείχνουν σαφώς ότι οι πολιτικές κρίσεις στην Ελλάδα ακολουθούν επαναλαμβανόμενο μοτίβο. Στα τέλη της δεκαετίας του 1960, η χώρα βρισκόταν σε συνεχή αστάθεια: οι κυβερνήσεις άλλαζαν διαρκώς, η κομματική διαμάχη μεταξύ ΕΡΕ και αντιπολίτευσης γινόταν όλο και πιο έντονη, ενώ οι πολίτες είχαν χάσει κάθε εμπιστοσύνη στους θεσμούς. Οι κοινωνικές εντάσεις και οι διαδηλώσεις αυξάνονταν, ενώ η Βουλή συχνά λειτουργούσε περισσότερο ως όργανο επικύρωσης κομματικών αποφάσεων παρά ως μηχανισμός ελέγχου. Σήμερα, η Μεταπολίτευση δείχνει τα ίδια χαρακτηριστικά: η αυτοδυναμία της κυβέρνησης, η συγκέντρωση εξουσίας στα χέρια λίγων και η υποβαθμισμένη αντιπολίτευση έχουν δημιουργήσει ένα περιβάλλον όπου η κοινωνία αισθάνεται αποστασιοποιημένη και ανίσχυρη, ενώ οι θεσμοί φαίνονται ενεργοί αλλά δεν περιορίζουν ουσιαστικά τις αυθαιρεσίες. Και τότε και τώρα, η φθορά των θεσμών και η συγκέντρωση εξουσίας οδηγούν στο ιστορικό τέλος της πολιτικής περιόδου, όταν η κοινωνία χάνει την εμπιστοσύνη της στη δημοκρατία.

Η πολιτική της ΕΡΕ υπό τον Κωνσταντίνο Καραμανλή και η σημερινή Νέα Δημοκρατία υπό τον Κυριάκο Μητσοτάκη ακολουθούν σχεδόν τα ίδια μοτίβα συγκέντρωσης εξουσίας και περιορισμού ουσιαστικού ελέγχου. Η ΕΡΕ είχε την πλειοψηφία στη Βουλή, εκμεταλλευόταν κρατικούς μηχανισμούς για πελατειακές πρακτικές και περιόριζε τη δυνατότητα της αντιπολίτευσης να ασκήσει ουσιαστικό έλεγχο, οδηγώντας σε ένταση και κρίση που τελικά άνοιξε τον δρόμο για την Χούντα. Σήμερα, η ΝΔ χρησιμοποιεί την αυτοδυναμία και την πλειοψηφία των εδρών για να συγκεντρώνει όλες τις κρίσιμες αποφάσεις στα χέρια λίγων, ενώ το επιτελικό κράτος ενισχύει την ικανότητα της κυβέρνησης να παρακάμπτει θεσμικούς ελέγχους και να περιορίζει τη διαφάνεια. Και τότε και τώρα, η κοινωνία παρακολουθεί θεσμούς που φαίνονται ενεργοί αλλά δεν λειτουργούν ουσιαστικά, ενώ η συγκέντρωση εξουσίας και η έλλειψη πραγματικού ελέγχου δημιουργούν τις συνθήκες για διαφθορά, περιορισμένη δημοκρατική συμμετοχή και πολιτική απογοήτευση.

Ανανέωση όχι αλλαγή
Το βασικό πρόβλημα της ελληνικής πολιτικής είναι ότι συνεχίζουμε να ανανεώνουμε ένα σάπιο σύστημα αντί να το αλλάζουμε. Οι κυβερνήσεις εναλλάσσονται, τα πρόσωπα αλλάζουν, οι ηγεσίες διαδέχονται η μία την άλλη, αλλά οι θεσμοί παραμένουν ίδιοι. Συγκεντρωμένοι στην εκτελεστική εξουσία, με περιορισμένο κοινοβουλευτικό έλεγχο και ανεπαρκή μηχανισμούς λογοδοσίας. Το αποτέλεσμα είναι ότι οι ίδιες πρακτικές εξουσίας, οι ίδιες πελατειακές σχέσεις και η ίδια συγκέντρωση δύναμης επαναλαμβάνονται κάθε φορά που η πολιτική σκηνή “ανανεώνεται”. Δεν αλλάζει τίποτα ουσιαστικά οι πολίτες βλέπουν τα ίδια λάθη να επαναλαμβάνονται, οι θεσμοί συνεχίζουν να λειτουργούν τυπικά, και η δημοκρατία υποβαθμίζεται σε εικόνα χωρίς περιεχόμενο. Μέχρι να τολμήσουμε να αλλάξουμε το σύστημα ριζικά, κάθε νέα κυβέρνηση θα κάνει απλώς ένα νέο γύρο των ίδιων σφαλμάτων, και η ιστορία θα συνεχίζει να επαναλαμβάνεται. Και αυτό αρχίζει από το πιο βασικό πρόβλημα.

Το μωσαϊκό του συντάγματος
Το Σύνταγμα της χώρας σήμερα δεν είναι ενιαίος, σαφής και λειτουργικός κανόνας είναι ένα μωσαϊκό από αποφάσεις, τροπολογίες και παρεμβάσεις δεκαετιών, που αναμειγνύουν νόμους και πρότυπα από διαφορετικές πολιτικές περιόδους, χωρίς συνοχή ή λογική συνέχεια. Κάθε αλλαγή ή αναθεώρηση έγινε για να καλύψει βραχυπρόθεσμες ανάγκες ή πολιτικά συμφέροντα, όχι για να εκσυγχρονίσει τη λειτουργία της δημοκρατίας. Το αποτέλεσμα είναι ότι το Σύνταγμα συχνά αντιφάσκει με τον εαυτό του. Διατάξεις που υποτίθεται ότι περιορίζουν την εξουσία της εκτελεστικής, στην πραγματικότητα την αφήνουν ανεξέλεγκτη. Άρθρα που θα έπρεπε να ενισχύουν τον κοινοβουλευτικό έλεγχο λειτουργούν τυπικά και η κοινωνία παρακολουθεί θεσμούς που φαίνονται ενεργοί αλλά στην ουσία είναι ανίσχυροι να προστατεύσουν τη δημοκρατία.
Αυτό το μωσαϊκό δεν είναι απλώς θεωρητική αδυναμία είναι η καρδιά του προβλήματος. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι κυβερνήσεις συγκεντρώνουν δύναμη, η αντιπολίτευση αδυνατεί να ασκήσει έλεγχο και οι πολίτες παραμένουν θεατές μιας δημοκρατίας που φαίνεται ζωντανή αλλά στην πραγματικότητα λειτουργεί μόνο φαινομενικά. Μέχρι να αλλάξει ριζικά το Σύνταγμα, κάθε συζήτηση για αλλαγή της πολιτικής κατάστασης θα παραμένει ημιτελής. Χωρίς σαφείς κανόνες, χωρίς συνοχή, χωρίς εκσυγχρονισμό, το ίδιο το πλαίσιο αναπαράγει τα ίδια λάθη και επιτρέπει σε κάθε νέα κυβέρνηση να επαναλαμβάνει τα παλιά, αναπαράγοντας τη φθορά και την απογοήτευση των πολιτών.

* Ο Αριστομένης Τσαλαπατάνης είναι ιδιωτικός υπάλληλος.

Δείτε τα 8 προηγούμενα άρθρο του Αριστομένη Τσαλαπατάνη