Καλημέρα με πρόσωπα και γεγονότα της Μεσσηνίας – Σαν σήμερα……25 Δεκεμβρίου 1972, πέθανε ο λογοτέχνης Κωστής Μπαστιάς

0

Επιμέλεια: Τάσος Αποστολόπουλος
Σαν σήμερα, στις 25 Δεκεμβρίου 1901, πέθανε ο λογοτέχνης, δημοσιογράφος, εκδότης, αρχισυντάκτης και χρονογράφος μεγάλων αθηναϊκών εφημερίδων, γενικός διευθυντής του Βασιλικού (Εθνικού) Θεάτρου (1937-1941), της Εθνικής Λυρικής Σκηνής (1940-1941 και 1959-1964) και του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας (1961-1963) και δημιουργός των νέων θεσμών των Κρατικών Λογοτεχνικών Βραβείων (1938), της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών (1938) και της Πανελλήνιας Καλλιτεχνικής Έκθεσης(1938), Κωστής Μπαστιάς (Αιμίλιος Κωνσταντίνος Μπαστουνόπουλος). Σύμφωνα με το «Μεσσηνιακό Βιογραφικό Λεξικό» του Νίκου Καράμπελα καταγόταν από την Αλαγονία αλλά είχε γεννηθεί στη στην Ερμούπολη στις 5 Φεβρουαρίου 1901. Το 1914 η οικογένεια Μπαστουνόπουλου, αποτελούμενη από τον πατέρα, αξιωματικό Ιωάννη Μπαστουνόπουλο, την συζυγό του Αιμιλία, την κόρη τους Αγγελική (Κική) και το μικρότερο παιδί τους Αιμίλιο Κωνσταντίνο Μπαστουνόπουλο, τον μετέπειτα Κωστή Μπαστιά, εγκαταστάθηκαν στο Ναύπλιο για ένα χρόνο λόγω μεταθέσεως του πατέρα.
Εκεί, μια ημέρα ο νεαρός Κωστής είδε τους χωροφύλακες να σέρνουν τον γερμανοσπουδαγμένο εκπαιδευτικό Αλέξανδρο Δελμούζο (1880-1956), κύριο εκπρόσωπο του δημοτικισμού στην παιδεία, να δικαστεί μαζί με άλλους στο Κακουργιοδικείο για αθεϊσμό και αντεθνική διδασκαλία στο Ανώτερο Παρθεναγωγείο Βόλου, όπου ήταν διευθυντής. Ο κόσμος φώναζε: “Να οι άθεοι! Να οι άθεοι!”. Ο Μπαστιάς παρακολούθησε τη «Δίκη των Αθεϊκών», όπως έμεινε στην ιστορία, και από τότε ο Δελμούζος ήταν το ίνδαλμά του. Αλλά ήταν και η πρώτη φορά που η αμφισβήτηση για ό,τι είχε διδαχτεί έως τότε φώλιασε μέσα του.
Γυρίζοντας στην Ερμούπολη, ο Κωστής Μπαστιάς συνέχισε τις σπουδές του στο Γυμνάσιο της πόλης, το μοναδικό γυμνάσιο σε όλες τις Κυκλάδες, που ανήκαν στο Κράτος της Θεσσαλονίκης και ανέπτυξε έντονη σοσιαλιστική δραστηριότητα, σε σημείο που η αστυνομία ζητεί τον εκτοπισμό του. Τον σώζει ο βενιζελικός ποιητής-νομάρχης Νικόλαος Πετιμεζάς (Λαύρας). Τον Απρίλιο 1918, εκδίδει το δεκαπενθήμερο σοσιαλιστικό περιοδικό Αναγέννησις (στη δημοτική γλώσσα), συνδέεται με την μεγαλύτερη σοσιαλιστική οργάνωση της εποχής, τη Φεντερασιόν της Θεσσαλονίκης του Αβραάμ Μπεναρόγια και συνεργάζεται στη δημιουργία του Εργατικού Κέντρου Κυκλάδων και της εφημερίδας του Ο Εργάτης και σε ηλικία 17 ετών, στον πρώτο εορτασμό της εργατικής Πρωτομαγιάς στη Σύρο το 1918 θα εκφωνήσει τον πανηγυρικό της ημέρας.
Το καλοκαίρι του 1919, ο Μπαστιάς φθάνει στην Αθήνα να σπουδάσει νομικά και προσλαμβάνεται στην προοδευτική εφημερίδα Ακρόπολις του πατριάρχη της ελληνικής δημοσιογραφίας Βλάση Γαβριηλίδη. Συνδέεται σύντομα με όλο τον πνευματικό και σοσιαλιστικό περίγυρο της μικρής Αθήνας του 1919 —το περιοδικό Νουμάς του Δημήτρη Ταγκόπουλου, το Σοσιαλιστικό Κέντρο της Αθήνας του Νίκου Γιαννιού, το φιλολογικό καφενείο Μαύρος Γάτος, Ακαδημίας και Ασκληπιού, δίπλα στο σπίτι του Κωστή Παλαμά, που οι νέοι ποιητές διάβαζαν τα ποιήματά τους κ.ά. To 1920 εκδίδει το πρώτο του βιβλίο, τη συλλογή διηγημάτων Τα κόκκινα σημάδια.
Το καλοκαίρι του 1920 επιστρατεύεται και αναχωρεί για τη “Ζώνη Σμύρνης”, όπως την είχε οριοθετήσει η Συνθήκη των Σεβρών. Η μεραρχία του ήταν η 5η Μεραρχία του Β΄ Σώματος Στρατού με διοικητή τον πρίγκιπα Ανδρέα της Ελλάδας. Παρά τις άτακτες τουρκικές μονάδες που συχνά δοκίμαζαν τις παρυφές του ελληνικού χώρου, ο Μπαστιάς κατάφερε να συγγράψει δύο διηγήματα και ένα δοκίμιο για τον Παπαδιαμάντη. Το πρώτο διήγημα προήλθε από τις επισκέψεις του στο Σαλιχλή και τη γνωριμία του με έναν χότζα που γνώρισε σε ένα ραχάτ-καφενέ. Το ονόμασε Παράπονο στον Ισλαάμ και εξέφραζε τη συμπόνια του για τον αντίπαλο. Τον Ιούλιο του 1921 κινήθηκαν προς την Κιουτάχεια και το Εσκί Σεχίρ αντιμετωπίζοντας τις πρώτες τους σκληρές και πολύνεκρες, αλλά νικηφόρες μάχες. Ακολούθησε δεκαήμερη πορεία έως τον Σαγγάριο πόταμο, όπου στην απέναντι όχθη τους περίμενε ο κύριος όγκος του τουρκικού στρατού με τον Κεμάλ Ατατούρκ. Κατάκοποι οι Έλληνες στρατιώτες έπεσαν στη μάχη που κράτησε σώμα με σώμα είκοσι μέρες. Μη μπορώντας να διασπάσουν τις τουρκικές γραμμές, άρχισαν την υποχώρηση. Ο Μπαστιάς τραυματισμένος εστάλη πίσω με άλλους τραυματίες.
Μετά την επιστροφή του από το Μικρασιατικό μέτωπο, ο Μπαστιάς άρχισε τη συγγραφή ενός τρίπρακτου δράματος, Το Μοντέλλο. Είχε μελετήσει σε βάθος τον αγαπητό του θεατρικό συγγραφέα, τον Ερρίκο Ίψεν (Henrik Ibsen, 1828-1906) και τις ιδέες του κατά της κοινωνικής εξαθλίωσης και πίστευε ότι η θεατρική τέχνη ήταν ένα πολύ ισχυρό μέσο για να φθάσουν οι ιδέες του στο κοινό. Το εξέδωσε στον Μ. Ζηκάκη, αλλά οι κριτικές δεν ήταν επαινετικές και ο Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος έγραψε ότι δεν κατόρθωσε το αποτέλεσμα που ήθελε κατά το πρότυπο των ιψενικών δραμάτων.
To 1923, όταν είναι μόλις είκοσι δύο ετών, ο θίασος της Κυβέλης ανεβάζει το νέο ιψενικό θεατρικό έργο του, Πέτρα Σκανδάλου, με θέμα τον Αλέξανδρο Δελμούζο και το Παρθεναγωγείο Βόλου. Η θεατρική κριτικός Άλκης Θρύλος έγραψε τότε: “Μέσα στην κουφότητα της ελαχίστης σύγχρονης παραγωγής ξεχωρίζει σημαντικά. Ενδιαφέρθηκε σ’ έναν αγώνα Ιδεών ελληνικό“. Το 1924, η Μαρίκα Κοτοπούλη ανεβάζει το έργο του, Το Πουλί της Νύχτας, για την εκμετάλλευση των Μικρασιατών προσφύγων στον Πειραιά, που προκαλεί σχόλια για τη “ρεαλιστική τολμηρότητά” του και τη “νατουραλιστική σχολή του Ζολά”, όπως γράφουν οι εφημερίδες, έως ότου επεμβαίνει η αστυνομία επειδή στο έργο εμφανίζεται ένας διεφθαρμένος ενωμοτάρχης της χωροφυλακής που συνεργάζεται με σωματέμπορους.
Το 1927, ο Μπαστιάς συνδέεται ιδεολογικά με τον σκηνοθέτη, λόγιο και κριτικό θεάτρου Φώτο Πολίτη και τον πρώτο του εξάδελφο, δημοτικιστή, κριτικό λογοτεχνίας και καθηγητή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Γιάννη Αποστολάκη, που στεγάζονται μαζί με τον Αλέξανδρο Δελμούζο, τον Κ. Θ. Δημαρά και τον Δημήτρη Ροντήρη στο περιοδικό του Μπαστιά Ελληνικά Γράμματα. Το 1930 επί κυβερνήσεως Ελευθερίου Βενιζέλου και με υπουργό Παιδείας τον Γεώργιο Παπανδρέου, ο Πολίτης ως σκηνοθέτης, με τον ποιητή Ιωάννη Γρυπάρη ως διευθυντή και τον Μπαστιά ως γενικό γραμματέα θα εφαρμόσουν μεταξύ άλλων και τις ιδέες τους κατά του βουλεβάρτου (Théâtre de boulevard). Το 1932, ο Μπαστιάς θα συναντήσει στο Παρίσι τους πρωτοπόρους σκηνοθέτες Λουί Ζουβέ και Γκαστόν Μπατί, που μαζί με τους Charles Dullen και Georges Pitoëff δημιούργησαν την πνευματική συμμαχία του “Καρτέλ” (Cartel des quatre) που άνοιξε νέους δρόμους στο γαλλικό θέατρο.
Με το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, οι ελληνικές εφημερίδες και τα περιοδικά όχι μόνον πολλαπλασιάστηκαν απρόσμενα, αλλά έπαψαν να είναι κτήμα κάποιου λόγιου και της παρέας του και εξελίχθηκαν σε σοβαρές επιχειρήσεις με πλούσιο συντακτικό προσωπικό και αρκετά κεφάλαια. Πολλές συνεχίζουν να εκδίδονται ακόμη και σήμερα, όπως: Η Καθημερινή, Το Βήμα, Ελεύθερος Τύπος, Έθνος, Ριζοσπάστης, Νέα Εστία κ.ά. Οι εκδότες αντλούσαν από την πλούσια δεξαμενή των λογίων, πεζογράφων και ποιητών της εποχής, που βρήκαν επαγγελματική διέξοδο για να μπορέσουν να συνεχίσουν και το λογοτεχνικό τους έργο.
Με την άνοδο του Αλέξανδρου Παπαναστασίου στην πρωθυπουργία τον Απρίλιο του 1924, και την ανακήρυξη της αβασίλευτης δημοκρατίας (Δεύτερης Ελληνικής Δημοκρατίας), ο Κωστής Μπαστουνόπουλος προσλαμβάνεται στην εφημερίδα Δημοκρατία, όργανο του κόμματος του Παπαναστασίου «Δημοκρατική Ένωσις», με διευθυντή τον Σπύρο Μελά και αρχίζει να υπογράφει ως Κωστής Μπαστιάς. Το 1925, αναλαμβάνει αρχισυντάκτης και διευθυντής των εφημερίδων Δημοκρατία και Εσπέρα του Αλέξανδρου Παπαναστασίου, έως τις αρχές του 1926, που διατάζεται ο εκτοπισμός του Παπαναστασίου στη Σαντορίνη και η διακοπή της κυκλοφορίας των εφημερίδων του από τη δικτατορία του Παγκάλου. Εργάζεται και στον βενιζελικό Ελεύθερο Τύπο του Χρήστου Καβαφάκη, όπου γράφει κριτικές βιβλίων και ταξιδεύει ως ανταποκριτής στη Βουλγαρία και τη Ρουμανία, ερχόμενος σε επαφή με τον πνευματικό κόσμο των Βαλκανίων.
Με την πτώση της δικτατορίας του Παγκάλου στα τέλη Αυγούστου 1926, ο Μπαστιάς αισθάνεται μια βαθύτατη κρίση στην ελληνική πολιτική και πνευματική ζωή. Κρίση και απογοήτευση. Η δημοκρατία, με τις έριδές της και τις συνεχείς επεμβάσεις των στρατιωτικών της, αποδείχθηκε αδύναμη να αναλάβει τις ευθύνες της. Αποφασίζει να ανιχνεύσει τα νεοελληνικά ρεύματα ιδεών, με μία σειρά συνεντεύξεων στον Ελεύθερο Τύπο σε 45 συνέχειες.
Το 1927 εκδίδει το μαχητικό περιοδικό της δημοτικής Ελληνικά Γράμματα, όπου στεγάζει την ομάδα του Αλέξανδρου Δελμούζου, μετά τη διάσπαση του Εκπαιδευτικού Ομίλου. Στο περιοδικό συνεργάζονται επίσης ο κριτικός και σκηνοθέτης Φώτος Πολίτης, ο κριτικός Γιάννης Αποστολάκης, ο Κ.Θ. Δημαράς, ο Φώτης Κόντογλου, ο Βασίλης Ρώτας, ο Δημήτρης Ροντήρης κ.ά. Από την απέναντι ιδεολογική όχθη, ο Δημήτρης Γληνός θα γράψει στο περιοδικό του, την Αναγέννηση, ότι «αντιπροσωπεύουν την αντίδραση». Εκτός όμως από τις επιθέσεις των αριστερών λογοτεχνικών περιοδικών, αλλά και των συντηρητικών «γλωσσαμυντόρων», ο Μπαστιάς θα δεχθεί και την επίθεση του «πατριάρχη» της ελληνικής ποίησης Κωστή Παλαμά, που εξοργισμένος από την αντιπαλαμική θέση του περιοδικού θα τον κατηγορήσει στο Ελεύθερον Βήμα για τον «ανήθικο διασυρμό του έργου μου».
Από το 1929, συνεργάζεται για τέσσερα χρόνια με την αντιβενιζελική Πρωΐα των αδελφών Πεσμαζόγλου παίρνοντας συνεντεύξεις από σχεδόν όλους τους Έλληνες πολιτικούς, και φτάνοντας έως την Άγκυρα για να πάρει συνέντευξη από τον Κεμάλ Ατατούρκ. Από τα τέλη του 1930 έως το 1932, ο Μπαστιάς συνεργάζεται με το περιοδικό Εβδομάς δημοσιεύοντας τους “Φιλολογικούς Περιπάτους” του, συνεντεύξεις με ογδόντα πρόσωπα όλων των ηλικιών, που καλύπτουν ολόκληρο το πολιτικό φάσμα και όλες τις τάσεις της ποίησης και της πεζογραφίας, από την πρωτοπορία έως τη συντήρηση. Ο κριτικός της λογοτεχνίας Αλέξης Ζήρας παρατήρησε, «Εδώ και αρκετές δεκαετίες είναι αδύνατον να διατρέξει ο μελετητής τη λογοτεχνία των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα χωρίς να προσφύγει ο φιλολογικός και κριτικός του οπλισμός στις πληροφορίες που του παρέχονται από τις περιδιαβάσεις του Μπαστιά».
Το 1932 εκδίδεται το πρώτο του βιβλίο, που πιστεύει ότι ανήκει στην πραγματική λογοτεχνική του εργασία, τη συλλογή διηγημάτων και εντυπώσεων Στεριές και θάλασσες.
Το πρωί της 1ης Μαρτίου 1935, κυκλοφόρησε η ανεξάρτητη εφημερίδα του Κωστή Μπαστιά, η Ηχώ της Ελλάδος, με αρχισυντάκτη τον ανθολόγο της ελληνικής ποίησης Ηρακλή Αποστολίδη. Το ίδιο βράδυ ξέσπασε το Βενιζελικό κίνημα. Η Ηχώ κατηγορεί τον Ιωάννη Μεταξά ότι μόνον από καιροσκοπισμό σήκωσε το λάβαρο της επαναφοράς της δυναστείας, πίσω από το οποίο κάλυπτε το απροκάλυπτα αντικοινοβουλευτικό και δικτατορικό του πιστεύω. Τον Ιούλιο ο Μπαστιάς ξεκίνησε μία καμπάνια με γενικό τίτλο, “Οι Έλληνες διανοούμενοι εις τας επάλξεις της Δημοκρατίας“, όπου συνεργάστηκαν οι Κωνσταντίνος Άμαντος, Αλέξανδρος Σβόλος, Παν. Λορεντζάτος, Κώστας Βάρναλης, Κωνσταντίνος Τσάτσος, Δημήτρης Γληνός, Παναγιώτης Κανελλόπουλος και Γεώργιος Παπανδρέου. Η έκδοση διακόπηκε στις 14 Αυγούστου.
Την Κυριακή 28 Ιουνίου 1936 ο Μπαστιάς, παρέα με τον ηθοποιό Αλέξη Μινωτή, πήραν το πλοίο για την Αίγινα να περάσουν τη μέρα με τον Νίκο Καζαντζάκη. Η συζήτηση περιστρέφεται γύρω από τα ολοκληρωτικά καθεστώτα του Μεσοπολέμου. Την μεθεπομένη Κυριακή ο Μπαστιάς δημοσιεύει στην Καθημερινή τη συνέντευξή του με τον Καζαντζάκη.
Στο πρώτο ήμισυ της δεκαετίας του ’30 ο Μπαστιάς συνεργάστηκε επίσης με τα περιοδικά Πειθαρχία και Θεατής και με τις εφημερίδες Η Πρώτη, ο Ημερήσιος Κήρυξ, η Εστία και Η Καθημερινή.
Επί κυβερνήσεως Ελευθερίου Βενιζέλου (1928-1932), ο Γεώργιος Παπανδρέου, που ανέλαβε υπουργός Παιδείας τον Ιανουάριο του 1930, με τη σύμφωνο γνώμη του πρωθυπουργού και τη συνεργασία του Ιωάννη Γρυπάρη, υπέβαλλε σχέδιο νόμου που δημοσιεύθηκε στις 5 Μαΐου 1930 “Περί ιδρύσεως Εθνικού Θεάτρου”. Ο νέος οργανισμός στεγάστηκε στο κτήριο του παλαιού Βασιλικού Θεάτρου της οδού Αγίου Κωνσταντίνου. Μετά πληθώρα δημοσίων συνωμοσιών, διαπληκτισμών και περιπετειών του “θνησιγενούς θεάτρου του κ. Παπανδρέου”, όπως το αποκαλούσαν οι αντιπολιτευόμενες εφημερίδες, και την πάροδο είκοσι δύο μηνών από το νόμο και ένα μήνα πριν την έναρξη των παραστάσεων, με προεδρικό διάταγμα διαμορφώθηκε το τελικό διοικητικό σχήμα — γενικός διευθυντής ο  Ιωάννης Γρυπάρης, σκηνοθέτης ο Φώτος Πολίτης, γενικός γραμματέας ο Κωστής Μπαστιάς, πρόεδρος του επταμελούς Δ.Σ. ο Ιωάννης Δαμβέργης και μία πενταμελής Καλλιτεχνική Επιτροπή αποτελούμενη από τον γενικό διευθυντή και τον σκηνοθέτη δικαιωματικά και μέλη τους Γρηγόριο Ξενόπουλο, Παύλο Νιρβάνα και τον εκδότη της εφημερίδας Η ΚαθημερινήΓεώργιο Α. Βλάχο.
Έτσι, στις 19 Μαρτίου 1932, ξεκίνησε η λειτουργία του σημαντικότερου πολιτιστικού και καλλιτεχνικού θεσμού του Μεσοπολέμου, με την τραγωδία του Αισχύλου Αγαμέμνων και ένα μονόπρακτο του Γρηγορίου Ξενόπουλου. Ο νέος θίασος, χωρίς τις δύο μεγάλες πρωταγωνίστριες, την Μαρίκα Κοτοπούλη και τη σύζυγο του υπουργού Παιδείας Κυβέλη, όπως είχε οραματιστεί ο Γεώργιος Παπανδρέου, αλλά με νεότερους και ταλαντούχους ηθοποιούς, κινήθηκε αριστοτεχνικά κάτω από τη μπαγκέτα του σκηνοθέτη Φώτου Πολίτη. Η κοινή θεατρική ιδεολογία των Γρυπάρη, Πολίτη, Μπαστιά και Νιρβάνα, και από το 1933 και του Δημήτρη Ροντήρη, που επέστρεψε από τη σχολή του Max Reinhardt (Μαξ Ράινχαρντ) (1873-1943), στη Βιέννη, έγινε σύντομα αισθητή από το δραματολόγιο, την εσωτερική σκηνοθεσία, την έμφαση στη σημασία των σκηνικών και των κουστουμιών και τη δημιουργία Δραματικής Σχολής για να διαμορφωθούν νέοι ηθοποιοί στο πνεύμα της διοίκησης.
Ένας σίφουνας ξέσπασε κατά του θεάτρου, κυρίως από όσους είχαν μείνει εκτός
Τον Αισχύλο ακολούθησαν έργα των Σοφοκλή, Μολιέρου, Σαίξπηρ, Δημ. Βυζάντιου, Ίψεν, Σω, Ο’Νήλ , Ξενόπουλου και Μελά. Άρχισαν και οι περιοδείες, όπως καθόριζε το καταστατικό του θεάτρου. Τον Ιούνιο του 1933 το θέατρο επισκέφθηκε την Πάτρα, και το Σεπτέμβριο του ίδιου έτους τη Θεσσαλονίκη.
Ευτυχώς το αθηναϊκό κοινό αγκάλιασε αμέσως το νέο θέατρο, και καθημερινά εκατοντάδες άνθρωποι συνωστίζονταν στα ταμεία του Εθνικού για ένα εισιτήριο. Τη νύχτα, όμως, της 4ης Δεκεμβρίου 1934 ο Πολίτης πέθανε από καρδιά στα 44 χρόνια του και το θέατρο έκλεισε για δύο μέρες λόγω πένθους. Πολλοί πίστεψαν ότι ήταν η αρχή του τέλους του Εθνικού. Ο Μπαστιάς, πιστεύοντας ότι χωρίς Πολίτη και πιθανόν και χωρίς Γρυπάρη τα κοινά οράματα των τριών θα κατέρρεαν, παραιτήθηκε, καθώς η κυβέρνηση Βενιζέλου είχε πέσει και στην αρχή είχε ανέβει ο Παναγής Τσαλδάρης, με πιθανότητα παραμερισμού του Γρυπάρη υπέρ του βασιλικού Βλάχου. Σε τρεις μήνες, με το βενιζελικό κίνημα 1ης Μαρτίου 1935, βρέθηκε η δικαιολογία για να φύγει και ο Γρυπάρης, οπότε ο Γεώργιος Α. Βλάχος αναλαμβάνει γενικός διευθυντής. Η εποχή Φώτου Πολίτη είχε λήξει.
Στα τέλη Σεπτεμβρίου 1935, ο Βλάχος κάλεσε τον Μπαστιά να του προτείνει να επανέλθει στο θέατρο ως εισηγητής Δραματολογίου, σε μία προσπάθεια να συνδέσει τη θητεία του με την λαμπρή εποχή Πολίτη και να αποκτήσει και έναν λογοτέχνη εγνωσμένης ενημερότητας περί τα θεατρικά για να στηρίζει το δραματολόγιο, έναντι των δημοσιογραφικών επιθέσεων.
Τον Ιούλιο του 1937, το “Βασιλικόν” πλέον θέατρο, καθώς μετονομάσθηκε από το Δ.Σ. λίγο πριν την επιστροφή του βασιλέως Γεωργίου Β΄ το Νοέμβριο του 1935, αποφάσισε το ανέβασμα του Ιππόλυτου στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού. Στο Δ.Σ., ο Μπαστιάς συγκρούστηκε με τον Βλάχο επιμένοντας ότι οι παραστάσεις αρχαίου δράματος έπρεπε να έχουν λαϊκό χαρακτήρα και τα εισιτήρια να είναι φτηνά, ώστε όλος ο κόσμος να μπορεί να τις παρακολουθήσει. Ο Βλάχος επέμενε στα ακριβά εισιτήρια και σε παραστάσεις με χαρακτήρα κοσμικού γεγονότος. Τον ίδιο καιρό ο Δημήτρης Ροντήρης, πρώτος σκηνοθέτης του Βασιλικού μετά τον θάνατο του Πολίτη, συγκρούστηκε με τον Βλάχο για την παράσταση και αποφάσισε να παραιτηθεί μετά τον Ιππόλυτο. Το έργο, με πρωταγωνιστή τον Αλέξη Μινωτή, παίχτηκε σε άδειες, ως επί το πλείστον, κερκίδες και το Δ.Σ. αποφάσισε το Θέατρο να διακόψει σιγά σιγά τις παραστάσεις αρχαίας τραγωδίας, αφού δεν υπήρχε ενδιαφέρον από το κοινό.
Τη νύχτα της 4ης Αυγούστου 1936, ο πρωθυπουργός Ιωάννης Μεταξάς προχώρησε στη “μεταβολή”, όπως την αποκαλούσε ο ίδιος, του πολιτεύματος, με τη σύμφωνο γνώμη του Βασιλέως Γεωργίου Β΄. Λίγο μετά, ο δημοσιογράφος και Εισηγητής Δραματολογίου του Βασιλικού Θεάτρου Κωστής Μπαστιάς ζήτησε συνέντευξη. Ο Μεταξάς ήξερε τον Μπαστιά από την πρώτη συνέντευξη που του είχε πάρει το 1926, μετά την πτώση της δικτατορίας του Πάγκαλου. Είχαν ακολουθήσει και άλλες. Στη συνέντευξη, πιο πολύ από κάθε άλλο θέμα μίλησαν για το Βασιλικό Θέατρο και συμφώνησαν ότι θα μπορούσε να είναι η βιτρίνα του νέου καθεστώτος. Το καλοκαίρι όμως του 1937, και μετά την παραίτηση του Ροντήρη, κατάλαβε ο Μεταξάς ότι το Βασιλικό κατέρρεε. Κάλεσε τον Μπαστιά να μάθει πια ήταν τα προβλήματα. Η πολύωρη συζήτηση κατέληξε στην απόφαση να αναλάβει αμέσως ο Μπαστιάς μία ανασυσταθείσα διεύθυνση Γραμμάτων και Καλών Τεχνών στο Υπουργείο Παιδείας, σε δικό της ξεχωριστό κτίριο, και με νέο νόμο, που θα καθόριζε τις αρμοδιότητες στο Βασιλικό, να αναλάμβανε και γενικός διευθυντής του στις αρχές Σεπτεμβρίου. Φυσικά, ο Γ. Α. Βλάχος παραιτήθηκε αμέσως από πρόεδρος του Δ.Σ., αφού, με το νέο νόμο όλες οι αρμοδιότητες ήταν στα χέρια του “γενικού”.
Από τις πρώτες ενέργειες του Μπαστιά στις νέες του θέσεις ήταν να επαναπροσλάβει τον πρώτο σκηνοθέτη του Βασιλικού Δημήτρη Ροντήρη και να τοποθετήσει δύο νέους ανθρώπους της εμπιστοσύνης του σε θέσεις κλειδιά, τον εικοσιοκτάχρονο, γαλλοσπουδαγμένο ιστορικό της τέχνης Παντελή Πρεβελάκη (1909-1986), ως διευθυντή Καλών Τεχνών στο υπουργείο Παιδείας και τον τριαντάχρονο λογοτέχνη, θεατρικό συγγραφέα και λόγιο Άγγελο Τερζάκη (1907-1978), ως γενικό γραμματέα και αργότερα Εισηγητή Δραματολογίου στο Βασιλικό Θέατρο.
Το επόμενο βήμα ήταν να ανατρέψει τη νοοτροπία ότι η αρχαία τραγωδία θα έπρεπε να αποσυρθεί σταδιακά από το δραματολόγιο του Βασιλικού, και, αντιθέτως, να συνεχιστούν οι παραστάσεις κάθε καλοκαίρι στην Εβδομάδα Αρχαίου Δράματος στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού. Έτσι, όχι μόνο ανεβάζει ξανά το 1938 την Ηλέκτραστο Ηρώδειο, αλλά χρησιμοποιεί για πρώτη φορά από την αρχαιότητα και το θέατρο της Επιδαύρου με τιμές 10 και 20 δραχμών, για να αποδείξει ότι το πρόβλημα ήταν οι τιμές των 50 και 100 δραχμών και όχι το κοινό. Δυόμισι χιλιάδες άτομα έφτασαν στο αρχαίο θέατρο του Πολυκλείτου για να απολαύσουν το μεγαλούργημα του Σοφοκλή
Ο κανονισμός του Θεάτρου καθόριζε, με το νέο νόμο “Μπαστιά”, αλλά και από την εποχή Φώτου Πολίτη, ότι θα έπρεπε να διαδίδει το καλό θέατρο με περιοδείες στο εσωτερικό, όπου αλώνιζαν τα λεγόμενα “μπουλούκια”, αλλά και στο εξωτερικό, όχι μόνον για τις ελληνικές κοινότητες της Αιγύπτου, της Σμύρνης πριν την καταστροφή, ή της Αμερικής, αλλά για να ανταγωνιστεί επί ίσοις όροις τα μεγάλα θέατρα της Ευρώπης, της Ρωσίας και της Αμερικής στο δικό τους γήπεδο. Ταυτοχρόνως, οι καλλίτεροι θίασοι του εξωτερικού θα επισκέπτονταν την Ελλάδα, για να δει το ελληνικό κοινό και να μπορέσει να συγκρίνει την πραγματική θεατρική τέχνη.
Για την ελληνική επικράτεια καθιερώθηκε κάθε καλοκαίρι το Βασιλικό να επισκέπτεται τη Θεσσαλονίκη και ανεγέρθηκε το “Βασιλικό” Θεσσαλονίκης, δίπλα στον Λευκό Πύργο, που ανέθεσε ο Μπαστιάς στον νέο αρχιτέκτονα Κωνσταντίνο Δοξιάδη. Για την υπόλοιπη Ελλάδα, ο Μπαστιάς δημιούργησε το “Άρμα Θέσπιδος” (1939), ένα θέατρο χωρητικότητας 1000 θέσεων, που μεταφερόταν με 16 φορτηγά και δύο λεωφορεία και μπορούσε να στηθεί σε λίγες ώρες οπουδήποτε, πάλι σε σχέδια Δοξιάδη. Διευθυντή και σκηνοθέτη τοποθέτησε τον γερμανοσπουδαγμένο σκηνοθέτη Πέλο Κατσέλη, όπως και ο Φώτος Πολίτης και ο Δημήτρης Ροντήρης, ξεσηκώνοντας σχόλια ότι το Θέατρο έχει καταντήσει παράρτημα του Burgtheater της Βιέννης
Το σημαντικότερο όμως έτος έως τότε για το Βασιλικό (Εθνικό) Θέατρο, και πιθανόν και έκτοτε, ήταν χωρίς αμφιβολία το 1939. Μετά πολύμηνες διαπραγματεύσεις και προσωπικές επισκέψεις, ο Μπαστιάς κατάφερε να αποσπάσει τη συμφωνία των Άγγλων και των Γερμανών για μία τουρνέ του Βασιλικού, στις δύο χώρες που ήταν στα πρόθυρα ενός πολέμου. Η Ελληνική κυβέρνηση δεν δεχόταν το θέατρο να επισκεφτεί μονό την Αγγλία ή τη Γερμανία για να μην κατηγορηθεί για προτιμήσεις που θα οδηγούσαν σε παρεξηγήσεις. Έπρεπε επίσης και τα δύο κράτη να εγγυηθούν ότι τα εισιτήρια θα κάλυπταν τα έξοδα, αλλιώς θα τα κάλυπταν οι ίδιοι οι Άγγλοι ή οι Γερμανοί, αν και δεν χρειάστηκε. Ως προπομπός της “Μεγάλης Τουρνέ”, όπως έμεινε στην ιστορία του θεάτρου, το σύστημα είχε ήδη δοκιμαστεί με σειρά παραστάσεων στην Αθήνα με τους Αγγλικούς θιάσους Dublin Gate Theatre (1938) και Old Vic, με τον Άλεκ Γκίνες στο ρόλο του Άμλετ (1939). Ενώ, η Γερμανία είχε στείλει την Όπερα της Φρανκφούρτης (1938) με 202 άτομα —πρωταγωνιστές, μέλη του κόρου, μουσικούς, τεχνικούς και διοικητικό προσωπικό, και ειδικά σιδηροδρομικά βαγόνια γεμάτα σκηνικά, κοστούμια και αποσκευές. Τώρα ήταν η σειρά των Ελλήνων.
Η “Μεγάλη Τουρνέ” στην Αγγλία και στη Γερμανία είχε προγραμματιστεί για τον Ιούνιο και τον Ιούλιο 1939, με παραστάσεις στο Καίμπριτζ, στην Οξφόρδη, στο Λονδίνο, στη Φρανκφούρτη και το Βερολίνο. Ο Μπαστιάς, όμως, ήθελε να δοκιμαστεί ο θίασος νωρίτερα σε ένα λιγότερο απαιτητικό περιβάλλον, κάτι σαν πρόβα τζενεράλε. Γι’ αυτό δέχτηκε την Αιγυπτιακή πρόταση να επισκεφτεί την Αλεξάνδρεια και το Κάιρο τον Μάρτιο του 1939, όπου θα αντιμετωπίσει για πρώτη φορά και την κριτική Ελληνικών εφημερίδων που δεν υπόκειντο στη μεταξική λογοκρισία.
Η περιοδεία της Αιγύπτου διήρκεσε δύο εβδομάδες. Το Βασιλικό ανέβασε έργα των Σοφοκλή, Σαίξπηρ, Ο’Νήλ, Ουάιλντ, Μάτεσι, Παλαμά, Μπόγρη, Χάουπτμαν,Γκόγκολ, Πιραντέλλο και Ρώμα, στα δύο θέατρα, κατάμεστα από το διεθνές κοινό της προπολεμικής Αιγύπτου —το μεγαλοπρεπές Θέατρο “Αλάμπρα” της Αλεξάνδρειας, με τις τρεις σειρές θεωρείων και το υπερώο, και την ιστορική Όπερα του Καΐρου, για την οποία ο Βέρντι έγραψε την Αΐντα. Ο Δημήτρης Ροντήρης σκηνοθέτησε όλα τα έργα και ο θίασος με τους Αιμίλιο Βεάκη, Κατίνα Παξινού, Ελένη Παπαδάκη, Αλέξη Μινωτή, Νίκο Δενδραμή, Βάσω Μανωλίδου, κ.ά., καταχειροκροτήθηκε. Ο Βασιλέας Φαρούκ με τον πρωθυπουργό της Αιγύπτου παρακολούθησαν την πρεμιέρα της Ηλέκτρας στην Όπερα του Καΐρου και ο Μπαστιάς παρασημοφορήθηκε με τον Ανώτατο Ταξιάρχη του Νείλου. Η εφημερίδα Le Phare Egyptien, σε πρωτοσέλιδο άρθρο (22 Μαρτίου 1939), αποκαλεί τον Μπαστιά “ambassadeur du génie hellénique” (πρέσβη της ελληνικής μεγαλοφυίας).
Μετά την επιτυχία της Αιγύπτου, ο θίασος φθάνει στην Αγγλία στις 9 Ιουνίου 1939 για να αρχίσει τη “Μεγάλη Τουρνέ” με την Ηλέκτρα στο Arts Theatre του Καίμπριτζ. Στα δύο πανάρχαια πανεπιστήμια του Καίμπριτζ και της Οξφόρδης, όπως και στο Λονδίνο, οι παραστάσεις της σοφοκλείου Ηλέκτρας, με την Κατίνα Παξινού στο ρόλο της τραγικής κόρης του Αγαμέμνονα και Κλυταιμνήστρα την Ελένη Παπαδάκη, εσημείωσαν εξαιρετική επιτυχία σε ασφυκτικά πλήρεις αίθουσες. Πολλοί θεατές έφθασαν με το αρχαίο κείμενο στα χέρια, για να παρακολουθήσουν το έργο σε νεοελληνική μετάφραση του Ιωάννη Γρυπάρη και μουσική του Δημήτρη Μητρόπουλου. Στο τέλος των παραστάσεων έως και δεκάκις υψώθηκε η αυλαία κάτω από τα ενθουσιώδη χειροκροτήματα του κοινού, και εκλήθησαν στη σκηνή και οι συντελεστές της επιτυχίας, Κωστής Μπαστιάς και Δημήτρης Ροντήρης.
Ο κριτικός Richard Prentis θα συστήσει στο Συμβούλιο του Βρετανικού Εθνικού Θεάτρου ότι θα ωφεληθεί αν μελετήσει τι έπραξε το Ελληνικό Εθνικό Θέατρο στο σύντομο χρόνο της ύπαρξής του και θα προσθέσει: “Η Ελληνική ηθοποιία στον Άμλετ προχτές το βράδυ κατείχε μία μεγαλοπρέπεια. Δεν ανακάλυψε έναν καινούργιο κόσμο αλλά έναν παλιό — τον κόσμο του Σαίξπηρ”.
Ο Άμλετ του Αλέξη Μινωτή ξάφνιασε το αγγλικό κοινό, συγκρίθηκε με τις ερμηνείες του John Gielgud και του Alec Guinness και κατέστει ένας θρίαμβος για το ελληνικό θέατρο και μία αποθέωση για τον ίδιο. Για τη σκηνοθεσία του Ροντήρη έγραψαν ότι υπερέβη τα πλέον τολμηρά όνειρα του δασκάλου του, του Max Reinhardt. Ως σύνολο, το Βασιλικό Θέατρο τοποθετήθηκε στο ίδιο επίπεδο με τα σημαντικότερα θέατρα της εποχής, όπως η Comédie Française και το Θέατρο Τέχνης της Μόσχας. Για τον Μπαστιά, οι Times του Λονδίνου έγραψαν, «Σε καμία χώρα η θεατρική σκηνή δεν χρωστά περισσότερα στην ενεργητικότητα, τον ενθουσιασμό και τη γνώση ενός ανθρώπου, όσο η ελληνική σκηνή οφείλει στον Κωστή Μπαστιά».
Στη Γερμανία, όπου η είδηση για την επιτυχία του «Βασιλικού» είχε προηγηθεί της άφιξης του θεάτρου, η υποδοχή του θιάσου στη Φρανκφούρτη και στο Βερολίνο υπήρξε εντυπωσιακή. Η αμαξοστοιχία σταμάτησε στον σταθμό του Koblenz, όπου ο καθηγητής Hans Meissner, γενικός διευθυντής της Όπερας της Φρανκφούρτης, και άλλοι διευθυντές γερμανικών θεάτρων επιβιβάστηκαν ως τιμητική συνοδεία έως την πόλη του Goethe (Γιόχαν Βόλφγκανγκ Γκαίτε). Φθάνοντας στην πλατεία του Hauptbahnhof, τιμητικά αγήματα είχαν παραταχθεί και οι αρχές της πόλης με πολλούς δημοσιογράφους και Γερμανούς ηθοποιούς περίμεναν να υποδεχθούν το Βασιλικό Θέατρο. Οι γερμανικές εφημερίδες υπερέβησαν τις αγγλικές συναδέλφους τους αφιερώνοντας ενθουσιώδεις κριτικές, υπογραμμίζοντας την ελληνική λιτότητα και το ρυθμό των παραστάσεων.
Ο δήμαρχος της Φρανκφούρτης έδωσε δεξίωση για διακόσια άτομα στην Kaisersaal, την ιστορική αίθουσα της στέψης των Γερμανών αυτοκρατόρων, και απένειμε το μετάλλιο της πόλης στον Μπαστιά.
Φτάνοντας στο σταθμό του Βερολίνου, το Anhalter Bahnhof, τον βρήκαν σημαιοστόλιστο με μεγάλες ελληνικές και γερμανικές σημαίες. Ακολούθησαν δηλώσεις επισήμων και Γερμανών καλλιτεχνών. Η παράσταση, στο νεότευκτο “Schiller-Theater”, ήταν μία ακόμα διεθνής επιτυχία. Όλο το διπλωματικό σώμα του Βερολίνου ήταν παρόν. Εκ μέρους του Αδόλφου Χίτλερ επιδόθηκε στον Μπαστιά και στον Ροντήρη το παράσημο του Ανωτέρου Ταξιάρχη του Γερμανικού Αετού, ενώ ο δήμαρχος του Βερολίνου παρέθεσε πρόγευμα στο Δημαρχείο.
Η νέα “Γενική Διεύθυνσις Γραμμάτων και Καλών Τεχνών” στεγάστηκε από τον διευθυντή της, τον Κωστή Μπαστιά, στην οδό Φωκίωνος 7, λίγα βήματα από το κεντρικό υπουργείο Παιδείας στην οδό Ευαγγελιστρίας, αλλά αρκετά μακριά για να προστατεύεται η ανεξαρτησία της από το υπόλοιπο υπουργείο. Από τις πρώτες ενέργειές του ήταν η κατάργηση της παλιάς Λέσχης Καλλιτεχνών Ατελιέ στην Καραγιώργη Σερβίας, που, όπως δήλωσε στον Δημήτρη Ψαθά, είχε καταντήσει “κέντρο χαρτοπαιξίας των καθώς πρέπει κυριών”, και να ιδρύσει τη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, έναν νέο θεσμό, όπου συγκέντρωσε όλα τα καλλιτεχνικά σωματεία —ζωγράφους, γλύπτες, λογοτέχνες και μουσουργούς. Εγκαινιάζει, επίσης, τον θεσμό της Πανελληνίου Καλλιτεχνικής Εκθέσεως στο Ζάππειο (1938), και των Κρατικών Λογοτεχνικών Βραβείων (1938).Για την Πανελλήνιο Καλλιτεχνική Έκθεση, ο Μπαστιάς με τον διευθυντή Καλών Τεχνών Παντελή Πρεβελάκη αγωνίστηκαν να υποστηρίξουν τις νεωτεριστικές τάσεις στην σύγχρονη τότε τέχνη, την εποχή που τα ολοκληρωτικά καθεστώτα, όπως της Γερμανίας και της Σοβιετικής Ένωσης, είχαν θέσει σε διωγμό τους καλλιτέχνες της «παρακμής», όπως τους έλεγαν. Τελικά, παρά τις παρεμβάσεις των ακαδημαϊκών ζωγράφων στον Μεταξά, επεκράτησαν οι θέσεις του Μπαστιά και του Πρεβελάκη.
Τον Αύγουστο του 1938, ο Μπαστιάς ανακοίνωσε και τα ονόματα της πρώτης επιτροπής λογοτεχνικών βραβείων. Ήταν ο ίδιος και οι Παντελής Πρεβελάκης, Γρηγόριος Ξενόπουλος, Μιλτιάδης Μαλακάσης, Θόδωρος Συναδινός, Άριστος Καμπάνης και Λέων Κουκούλας. Τα βραβεία του 1938 αφορούσαν την ποίηση, το μυθιστόρημα, το δοκίμιο και το θέατρο και απενεμήθησαν στους Άγγελο Σικελιανό (ποίηση), Μενέλαο Λουντέμη, Κοσμά Πολίτη και Ειρήνη η Αθηναία (πεζογραφία), Κλέωνα Παράσχο και Πέτρο Ωρολογά (δοκίμιο), και Διονύσιο Ρώμα (θεατρικό έργο). Ακολούθησε άλλη μία απονομή το 1940 για τα Λογοτεχνικά Βραβεία του 1939 και διακόπηκαν λόγω του πολέμου, για να συνεχιστούν το 1956, πάλι με τον Μπαστιά στην επιτροπή, για να φανεί η συνέχεια με τα προπολεμικά βραβεία. Αλλά, και η Πανελλήνιος Καλλιτεχνική Έκθεση ακολούθησε την ίδια πορεία με τρεις εκθέσεις έως τον Απρίλιο του 1940. Συνεχίστηκε, δε, ο θεσμός το 1948.
Ένα από τα θέματα που απασχόλησαν τον Μπαστιά ήταν και η μουσική, την εποχή που δεν υπήρχε Κρατική Ορχήστρα. Υπήρχε η Συμφωνική Ορχήστρα του Ωδείου Αθηνών με μαέστρο τον Δημήτρη Μητρόπουλο και διευθυντή του Ωδείου τον μαέστρο Φιλοκτήτη Οικονομίδη (1889-1957), που λειτουργούσε μόνον πέντε μήνες το χρόνο. Σε συνεργασία με τον Οικονομίδη και με την υποστήριξη του Μητρόπουλου, που τότε ετοιμαζόταν να αναλάβει τη Συμφωνική Ορχήστρα της Μιννεάπολης, ο Μπαστιάς ανακοίνωσε τον Οκτώβριο του 1938 ότι από εκείνη τη μέρα η ορχήστρα θα λειτουργεί δώδεκα μήνες το χρόνο. Από την Μιννεάπολη ο Μητρόπουλος του τηλεγραφεί: “Que Dieu vous benisse grand ami, tout mon coeur avec vous” (“Ο Θεός να σας ευλογεί, μεγάλε φίλε. Η καρδιά μου είναι μαζί σας”).
Γυρίζοντας από τη “Μεγάλη Τουρνέ”, και αφού είχε λύσει το πρόβλημα της μονιμοποίησης της Συμφωνικής Ορχήστρας, προϋπόθεση για την ύπαρξη όπερας, ο Μπαστιάς ξεκίνησε τη δημιουργία της πρώτης Κρατικής Λυρικής Σκηνής. Καθοριστικό στην πραγματοποίηση της προσπάθειας ήταν η στέγαση του νέου θεάτρου, ειδικά όταν ο υπουργός-διοικητής πρωτευούσης Κώστας Κοτζιάς είχε αποφασίσει την κατεδάφιση του νεοκλασικού Δημοτικού Θεάτρου, έργο του Ziller (Έρνστ Τσίλλερ, 1837-1923) που για χρόνια συζητήτο ως η πιο πιθανή λύση. Ο Μπαστιάς έλυσε το γόρδιο δεσμό της Λυρικής αποφασίζοντας να τη στεγάσει στο Βασιλικό Θέατρο.
Το επόμενο πρόβλημα που αντιμετώπισε ο Μπαστιάς ήταν η στελέχωση της νέας όπερας. Ήθελε καλλιτέχνες με εμπειρία στα ευρωπαϊκά λυρικά θέατρα και νέους τραγουδιστές που θα μπορούσαν να διαμορφωθούν σωστά, μακριά από τα παλαιά στελέχη του Ελληνικού Μελoδράματος.
Στο πρώτο επιτελείο συμμετείχαν: ο Εβραίος αρχιμουσικός της Volksoper της Βιέννης Walter Pfeffer (1897-1970), που μετά το Anschluss, την προσάρτηση της Αυστρίας από τη ναζιστική Γερμανία (1938), βρέθηκε πρόσφυγας και εξελίχθηκε σε έναν από τους σημαντικότερους στυλοβάτες της Λυρικής, o Γερμανοεβραίος σκηνοθέτης της όπερας της Πράγας Renato Mordo, η Ισπανίδα λυρική υψίφωνος Ελβίρα ντε Ιντάλγκο (1892-1980), που είχε εμφανιστεί στο ρόλο της Ροζίνας στονΚουρέα της Σεβίλλης σε εξήντα παραστάσεις σε όλο τον κόσμο, δίπλα στον μεγάλο Enrico Caruso και προσελήφθη ως καλλιτεχνική σύμβουλος του Μπαστιά, η διευθύντρια χορωδίας Έλλη Νικολαΐδη (1914-1994), που εξορίστηκε για χρόνια στη Μακρόνησο, στο Τρίκερι και στη Χίο και ο χορογράφος Σάσα Μάχωφ. Το επιτελείο συμπληρώθηκε με 120 άτομα —σολίστ, χορωδία, μπαλέτο και σχολή μπαλέτου.
Τον Ιούνιο του 1940, η σύμβουλος de Hidalgo ζήτησε από τον Μπαστιά να ακούσει μία μαθήτριά της, τη δεκαεξάχρονη Μαριάννα Καλογεροπούλου, την μετέπειτα δραματική υψίφωνο Μαρία Κάλλας, που έμεινε στην ιστορία ως “La Divina”. Μέσα σε μία εβδομάδα είχε υπογράψει το πρώτο της συμβόλαιο ως χορωδός της Λυρική, αλλά με εντολή του Μπαστιά να μη συμμετέχει στις εργασίες της χορωδίας, για να συνεχίσει τις σπουδές της με την de Hidalgo. Τον Ιανουάριο του 1941, ενώ εμαίνετο ο πόλεμος στο Αλβανικό μέτωπο, ο Μπαστιάς έδωσε την ευκαιρία στην Κάλλας να εμφανιστεί για πρώτη φορά επαγγελματικά σε μία απογευματινή παράσταση στον Βοκκάκιο του Φραντς φον Σουπέ. Η Κάλλας ποτέ δεν έπαψε να λέει ότι ο Μπαστιάς ήταν ο πρώτος που την αναγνώρισε.
Με την είσοδο των Γερμανικών στρατευμάτων στην Αθήνα στις 27 Απριλίου 1941, ο Μπαστιάς αποχώρησε από τη Γενική Διεύθυνση Γραμμάτων και Τεχνών και από το Βασιλικό Θέατρο, που αμέσως μετονομάσθηκε Εθνικό Θέατρο. Φυλακίσθηκε στα κρατητήρια της οδού Ελπίδος με την κατηγορία ότι ασκούσε “έντεχνον φιλοαγγλικήν προπαγάνδαν”, αργότερα αφέθηκε ελεύθερος αλλά αποφασίσθηκε ο εκτοπισμός του στην Άρτα ως “επικίνδυνος” —απόφαση που δεν υλοποιήθηκε. Συνεργάστηκε με τη Μαρίκα Κοτοπούλη ως σκηνοθέτης, αλλά το όνομά του δεν έμπαινε στο πρόγραμμα για να μην προκαλούν τις αρχές.
Σύντομα δημιούργησε ένα νέο θέατρο με τη χρηματοδότηση ενός Συριανού επιχειρηματία, το “Θέατρον Αθηνών“, που είχε δύο τμήματα, το δραματικό και το λυρικό. Το πρώτο εμφανιζόταν στο θέατρο “Κυβέλης-Ούφα” στο Σύνταγμα και το δεύτερο στα παλαιά “Ολύμπια” της οδού Ακαδημίας. Αρκετοί ηθοποιοί του Εθνικού τον ακολούθησαν, όπως οι Ελένη Παπαδάκη, Θάνος Κωτσόπουλος, Χρήστος Ευθυμίου, Μαρία Αλκαίου, Κρινιώ Παπά και η υψίφωνος Ζωή Βλαχοπούλου. Από το ελεύθερο θέατρο ο Γιώργος Παππάς, και από το χώρο του λυρικού θεάτρου η Μαίρη Ταμπάση, ο Ευάγγελος Μαγκλιβέρας, η Μιρέιγ Φλερύ, ο Μάνος Φιλιππίδης κ.ά. υπέγραψαν συμβόλαια με το νέο θέατρο. Στον κύκλο του Θεάτρου Αθηνών προσχώρησαν και οι μαέστροι Τότης Καραλίβανος, Αντίοχος Ευαγγελάτος και Σπ. Βαλτετσιώτης, οι σκηνοθέτες Πέλος Κατσέλης, Ντίνος Γιαννόπουλος και Σωκράτης Καραντινός, οι σκηνογράφοι Γιώργος Βακαλό, Μάριος Αγγελόπουλος και Σπύρος Παπαλουκάς, και ως ενδυματολόγος, ηθοποιός και μεταφραστής ο μετέπειτα αξιόλογος σκηνοθέτης Αλέξης Σολομός.
Ο θεατρικός συγγραφέας Αλέκος Σακελλάριος διηγήται πώς ο Γερμανός φρούραρχος κάλεσε όλους τους διευθυντές θεάτρων στην Kommandantur, στο γερμανικό αρχηγείο, για να τους επιπλήξει επειδή δεν περιελάμβαναν αρκετά γερμανικά έργα στο ρεπερτόριό τους. Εκεί, εκτός του Σακελλάριου ήταν ο Μπαστιάς, ο σύζυγος της Κοτοπούλη, Γιώργος Χέλμης, ο Βασίλης Αυλωνίτης, ο Θόδωρος Κρίτας κ.ά. Ο Γερμανός ξεκίνησε με τον Μπαστιά ρωτώντας τον αν έχει αντίρρηση να ανεβάσει γερμανικά έργα, και όταν ο Μπαστιάς απάντησε ότι δεν έχει, τον ρώτησε αν είχε υπόψη του κανένα. Ο Μπαστιάς είπε τότε: “Βεβαίως, τους Ληστές του Σίλλερ!”, ένα έργο για την αντίσταση στο ζυγό και τον μέχρι θάνατο αγώνα κατά της τυραννικής εξουσίας. Ο Γερμανός πήδηξε τρία μέτρα: “Τι είναι αυτά που λέτε; Αυτό το έργο είναι απαγορευμένο”. Ο Μπαστιάς απάντησε: “Γιατί, Μήπως δεν είναι Γερμανός ο Σίλλερ; Ή δεν κατάλαβα καλά”. Και ο Σακελλάριος συνεχίζει: “Αυτή η λεβεντιά του Μπαστιά έδωσε και σε μας τους άλλους το κουράγιο να αντιδράσουμε”.
Το Θέατρον Αθηνών λειτούργησε από τις 10 Οκτωβρίου 1942 έως τις 6 Ιανουαρίου 1943, όταν ο χρηματοδότης χρεοκόπησε και ο Μπαστιάς πούλησε το μοναδικό του σπίτι στη Γλυφάδα για τις αποζημιώσεις των καλλιτεχνών και των τεχνικών.
Καταστραμμένος οικονομικά, χωρίς εργασία, έχοντας εκδιωχθεί από τους Γερμανούς, που είχαν επιτάξει το διαμέρισμα που νοίκιαζε στην οδό Αμερικής, χωρισμένος από τη δεύτερη σύζυγό του, τη φιλόλογο και ιστορικό της τέχνης Έφη Φερεντίνου, βρήκε ένα διαμέρισμα στην οδό Μαυρομματέων, όπου εγκαταστάθηκε μαζί με τον επτάχρονο γιό του, Γιάννη. Τον Αύγουστο 1943 ανέλαβε τη στήλη κριτικής βιβλίου στην εφημερίδα Η Βραδυνή και τον Οκτώβριο 1943 αναλαμβάνει σκηνοθέτης στο θίασο Βασίλη Αργυρόπουλου στην Ιπποκράτους. Δημιουργεί, επίσης, τη δραματική σχολή Μπαστιά στο σαλόνι του σπιτιού του, όπου πολλοί νέοι και νέες έτρεξαν να φοιτήσουν στον μεγάλο θεατράνθρωπο. Το καλοκαίρι του 1943 γράφει και την κωμωδία Ο Αριστοφάνης, “σε θλιβερές ώρες απομόνωσης”, όπως ο ίδιος λέει στην εισαγωγή του, έχοντας κατανοήσει ότι η αναβίωση της αττικής κωμωδίας έπρεπε να ακολουθήσει την αναβίωση του αρχαίου δράματος, αντί να περιορίζεται σε οικτρά μπουλούκια που πρόσφεραν βωμολοχία και προστυχιά στην επαρχία
Με την Απελευθέρωση στις 12 Οκτωβρίου 1944, ο Μπαστιάς άρχισε μία γενικότερη συνεργασία με τη Βραδυνή και το καλοκαίρι του 1945 συμφώνησε με τον εκδότη της φιλοβασιλικής εφημερίδας Ελληνικόν Αίμα Λάζαρο Πηνιάτογλου και τους συνεκδότες του Κωνσταντίνο Βοβολίνη και Γιάννη Μήλιο να αναλάβει ανταποκριτής στη Μέση Ανατολή και το καλοκαίρι του 1946 να φύγει για τη Νέα Υόρκη, ως ανταποκριτής τους διαπιστευμένος στα Ηνωμένα Έθνη. Έτσι, στα τέλη Ιουνίου 1946, ο Μπαστιάς, συνοδευόμενος από τον γιό του Γιάννη, αναχώρησε με το πλοίο για τη Νέα Υόρκη, όπου θα μείνει οκτώ χρόνια.
Ο Κωστής Μπαστιάς θα μείνει στη Νέα Υόρκη από το καλοκαίρι του 1946 έως το 1954, όταν οι περισσότερες Αθηναϊκές εφημερίδες αναγκάστηκαν να ανακαλέσουν τους ανταποκριτές τους λόγω της υποτίμησης της δραχμής από τον υπουργό Συντονισμού της κυβερνήσεως Παπάγου, Σπύρο Μαρκεζίνη.
Σύντομα κινείτο άνετα ανάμεσα στους κορυφαίους της αμερικανικής πολιτικής, όπως τους προέδρους των πανίσχυρων Επιτροπών Εξωτερικών Υποθέσεων της Γερουσίας και της Βουλής των Αντιπροσώπων, της Επιτροπής Ατομικής Ενέργειας κ.ά., εξασφαλίζοντας πληροφορίες και συνεντεύξεις. Προσέγγισε επίσης τους εξόριστους ηγέτες ανατολικών κρατών, που είχαν βρει άσυλο στις Η.Π.Α., όπως ο Αλέξανδρος Κέρενσκι, πρόεδρος της προσωρινής κυβερνήσεως του 1917 στη Ρωσία, ο Βλαδίμηρος Ζεντίνωφ, ηγέτης των σοσιαλεπαναστατών και αντιπάλων του Λένιν, ο Βόρις Νικολάεφσκυ, ηγετική μορφή του ρωσικού μενσεβικισμού, ο Γρηγόρης Γκαφένκο, πρώην υπουργός Εξωτερικών της Ρουμανίας, η κόμισσα Αλεξάνδρα Τολστόι, κόρη του Λέωντος Τολστόι, κ.ά. Συναντιόταν επίσης με όλους τους εξ Αθηνών σημαίνοντες, που έφθαναν στην Νέα Υόρκη, όπως ο πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Τσαλδάρης, οι πολιτικοί αρχηγοί Γεώργιος Παπανδρέου και Σοφοκλής Βενιζέλος, ο μόνιμος υφυπουργός Εξωτερικών Παναγιώτης Πιπινέλης, ο αρχιστράτηγος Αλέξανδρος Παπάγος, οι λογοτέχνες Μ. Καραγάτσης και Γιώργος Θεοτοκάς, ο δημοσιογράφος Δημήτρης Ψαθάς κ.ά.
Στον μικρό Ελληνικό κύκλο του Μπαστιά στην Νέα Υόρκη συμμετείχαν επίσης ο μαέστρος Δημήτρης Μητρόπουλος, ο δημοσιογράφος και θεατρικός συγγραφέας Αλέκος Λιδωρίκης, η φωτογράφος Nelly’s, ο ιατρός-ερευνητής Γιώργος Παπανικολάου (Dr. Pap), ο βραβευμένος ιατρός-ερευνητής Γιώργος Κ. Κοτζιάς, οι εφοπλιστές Γιάννης Θεοδωρακόπουλος και Μιχάλης Περατικός, ο μετέπειτα πρόεδρος της Βουλής των Ελλήνων Αθανάσιος Τσαλδάρης και ο σκηνοθέτης Αλέξης Σολομός.
Τον Οκτώβριο του 1947, το Ελληνικόν Αίμα διακόπτει την έκδοσή του, αλλά αμέσως Η Βραδυνή προσλαμβάνει τον Μπαστιά και την άνοιξη του 1949, ο νέος εκδότης της ημερήσιας εφημερίδας της Νέας Υόρκης Εθνικός Κήρυξ, ο Μπάμπης Μαρκέτος, αναθέτει στον Μπαστιά και στον Λιδωρίκη από μία καθημερινή στήλη ο καθένας, για να ενισχύσει το επιτελείο του με δύο γερές αθηναϊκές υπογραφές. Την ίδια εποχή, ο Μπαστιάς συμφωνεί με την πρώην συζυγό του, την Έφη Φερεντίνου, να επανασυνδεθούν και να ξαναπαντρευτούν, ερχόμενη στη Νέα Υόρκη —κάτι που απεδείχθει αρκετά δύσκολο λόγω των διασυνδέσεων της Φερεντίνου με το Ε.Α.Μ.
 Η γνωριμία του με τον Αρχιεπίσκοπο Αμερικής Αθηναγόρα, που το 1948 θα εκλεγεί Οικουμενικός Πατριάρχης, θα εξελιχθεί σε μία σχέση συμβούλου σε πολιτικά και θρησκευτικά θέματα, όπου καλείται να εκφράσει τη γνώμη του για απόρρητα ζητήματα, όπως επιστολές του προέδρου Harry S.Truman (Χάρι Τρούμαν), πολιτικές αποφάσεις του Πάπα της Ρώμης Πίου του ΙΒ΄ ή απόψεις του πριμάτου της καθολικής εκκλησίας στην Αμερική Francis καρδινάλιου Spellman (Φράνσις Σπέλμαν), με τον οποίο ο Μπαστιάς διατηρούσε τακτική επικοινωνία.
Στη Νέα Υόρκη ο Μπαστιάς συγγράφει το κλασικό του ιστορικό μυθιστόρημα, Ο Παπουλάκος, για τον καλόγερο, που ξεσήκωσε το Μοριά την εποχή του Βασιλέα Όθωνα με τα κηρύγματά του. Το έργο δημοσιεύθηκε σε συνέχειες στη Βραδυνή στην Αθήνα και στον Εθνικό Κήρυκα στην Νέα Υόρκη, όπου τυπώθηκε και σε βιβλίο. Οι μαρξιστές ιστορικοί Γιάννης Κορδάτος και Δημήτρης Φωτιάδης θα εξαπολύσουν τα βέλη τους κατά του Παπουλάκου, ενώ υποστηρικτές του Μπαστιά, με τα άρθρα τους, θα εμφανιστούν ο αγιογράφος και συγγραφέας Φώτης Κόντογλου, ο Βασίλης Λαούρδας, αργότερα διευθυντής του Ιδρύματος Μελετών Χερσονήσου του Αίμου της Θεσσαλονίκης, ο κριτικός Γιάννης Χατζίνης, ο εκδότης της εγκυκλοπαίδειας Ήλιος Γιάννης Πασσάς και ο ποιητής Ντίνος Χριστιανόπουλος.
Το Σεπτέμβριο του 1954, ο Κωστής Μπαστιάς φθάνει στην Αθήνα μετά οκτώ χρόνια απουσίας, έχοντας ξαναχωρίσει με τη σύζυγό του Έφη Φερεντίνου και έχοντας αφήσει τον δεκαοκτάχρονο γιο του στην Αμερική να αρχίσει τις πανεπιστημιακές σπουδές του. Είναι έτοιμος για καινούργιες καριέρες και ένα νέο γάμο, τον τέταρτο. Συνεχίζει τη συνεργασία του με την εφημερίδα Η Βραδυνή, γράφοντας επιφυλλίδες, πολιτικά σχόλια, μόνιμες εβδομαδιαίες στήλες όπως οι “Βραδυνές σκέψεις” και η “Ορθόδοξος Πνευματικότης” και περιπετειώδη, εικονογραφημένα, λαϊκά αναγνώσματα με δράση και έρωτες σε εκατοντάδες συνέχειες, όπως Ο Λάμπρος Κατσώνηςκαι η κουρσάρισσα Ελεφάντω. Με το θάνατο του πρωθυπουργού Αλέξανδρου Παπάγου στις 4 Οκτωβρίου 1954 και την άνοδο του Κωνσταντίνου Καραμανλή στην εξουσία, ο Μπαστιάς βρίσκεται στον πειρασμό να αφήσει πάλι τη δημοσιογραφία και να επιστρέψει στο θέατρο. Ως συμμετέχων τακτικά στο μικρό όμιλο των συνδαιτυμόνων του νέου πρωθυπουργού, δεχόταν συχνά τα ερωτήματά του σχετικά με την πορεία της Λυρικής Σκηνής, πολλές φορές παρουσία του υπουργού Προεδρίας Κωνσταντίνου Τσάτσου.
Στις αρχές Μαΐου 1957, ο Καραμανλής κάλεσε στο γραφείο του τον Μπαστιά, παρουσία του αρμοδίου υπουργού Παιδείας, και του πρότεινε επισήμως να αναλάβει τη γενική διεύθυνση της Λυρικής Σκηνής. Ο Μπαστιάς επιφυλάχτηκε να απαντήσει γραπτώς. Στην επιστολή εμμένει στην άρνησή του, αλλά συμβουλευτικά επικρίνει το νόμο και τον οργανισμό της Λυρικής, διότι “διέπονται από πνεύμα δημοσιοϋπαλληλικόν, ασυμβίβαστον προς την φύσιν ενός καλλιτεχνικού ιδρύματος”, αλλά και τη “σφαλερά αντίληψη” ότι αρκεί ένας ικανός γενικός διευθυντής “δια να σωθεί η κατάστασις”. Προτείνει, δε, όλες οι εξουσίες να συγκεντρώνονται στα χέρια του “γενικού”, την πρόσληψη ξένου σκηνοθέτη “εγνωσμένου κύρους”, όπως ο σκηνοθέτης της Metropolitan Opera της Νέας Υόρκης Ντίνος Γιαννόπουλος, ξένου μαέστρου ειδικού στο μελόδραμα, την εκκαθάριση του καλλιτεχνικού προσωπικού “από στοιχεία εντελώς μειωμένης ή και κάποτε ανυπάρκτου καλλιτεχνικής αποδοτικότητος” κ.ά. Η κυβέρνηση δεν μπόρεσε να δεχθεί τις προτάσεις Μπαστιά και η Λυρική συνέχισε να παραπαίει για τα επόμενα δύο χρόνια
Δύο προσπάθειες του υπουργού Προεδρίας Κυβερνήσεως Κωνσταντίνου Τσάτσου να λυθεί η τραγελαφική κατάσταση στη Λυρική με την πρόταση διορισμού του δημοσιογράφου και καλλιτεχνικού διευθυντή του Φεστιβάλ Αθηνών (1957) Αχιλλέα Μαμάκη και μετά τον διορισμό του διεθνούς κύρους σκηνοθέτη Ντίνου Γιαννόπουλου δεν απέδωσαν λόγω των περιορισμένων εξουσιών που επέτρεπε ο νόμος στον γενικό διευθυντή, κ.ά. Μετά την παραίτηση του Γιαννόπουλου (22 Σεπτεμβρίου 1958), ο πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής κάλεσε ξανά τον Μπαστιά και, παρουσία του υπουργού Παιδείας Γιώργου Βογιατζή, του ζήτησε να γίνει αμέσως μέλος του Δ.Σ. και ταυτοχρόνως να διατυπώσει σε συνεργασία με τον υπουργό νέο οργανισμό εσωτερικής λειτουργίας και ότι άλλο θεωρούσαν απαραίτητο. Στις 30 Ιανουαρίου 1959, οι εφημερίδες δημοσιεύουν την είδηση, “Ο κ. Μπαστιάς θα δεχθή να αναλάβη την διεύθυνσιν της Λυρικής υπό όρους”, και στις 17 Μαρτίου 1959 αναλαμβάνει προσωρινά τη θέση του διευθύνοντος συμβούλου, ασκώντας πλέον ουσιαστικά τη διοίκηση. Θα περάσουν οκτώ μήνες για να αναλάβει και τυπικά τον πλήρη έλεγχο της Λυρικής, με τη δημοσίευση του διορισμού του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 18 Νοεμβρίου 1959 ως γενικός διευθυντής και πρόεδρος του Δ.Σ.
Ουσιαστικά από το Μάρτιο και τυπικά από το Νοέμβριο του 1959, ο Μπαστιάς αναλαμβάνει και πάλι τα ινία της Λυρικής ως πρόεδρος του Δ.Σ. και γενικός διευθυντής, δηλαδή ελέγχων και ελεγχόμενος. Εκκαθαρίζει το προσωπικό, όπως είχε πει στην επιστολή του στον πρωθυπουργό, μεταξύ των οποίων φεύγουν και ένδεκα σολίστ, αυξάνει τις αμοιβές των υπολοίπων και τους καταβάλει αμέσως και τις άδειες των τελευταίων τριών ετών που δεν είχαν καταβληθεί λόγω ταμειακών προβλημάτων. Τα επόμενα πέντε χρόνια, έως την αντικατάστασή του το Σεπτέμβριο του 1964 από τη νέα κυβέρνηση Παπανδρέου με τον μαέστρο Μενέλαο Παλλάντιο, αποκαλούνται “η χρυσή εποχή Μπαστιά”.
Με τον Μπαστιά, οι παραστάσεις της Λυρικής Σκηνής έγιναν ξανά καλλιτεχνικό και κοσμικό γεγονός. Οι μετακλήσεις καλλιτεχνών διεθνούς εμβέλειας, όπως ο Ισπανός βαρύτονος Manuel Ausensi στην Άλκηστη του Gluck (Κρίστοφ Βίλιμπαλντ Γκλουκ) και στον Ναμπούκο του Verdi (Τζουζέπε Βέρντι), ο αγαπητός μπάσος τουΑρτούρο Τοσκανίνι Νίκος Μοσχονάς (1907-1975), που επί είκοσι πέντε χρόνια μεσουρανούσε στη Metropolitan Opera της Νέας Υόρκης, στον Φάουστ του Gounod, ο διάσημος Γιουγκοσλάβος βαθύφωνος Μιροσλάβ Τσαγκάλοβιτς στον Μπόρις Γκοντούνωφ του Μουσσόργκσκυ, ανέβασαν την Λυρική στη συνείδηση του κοινού, αλλά και το ηθικό των καλλιτεχνών της, που ήταν πάλι υπερήφανοι για το έργο τους.
Αλλά το μόνο που θα τοποθετούσε την ΕΛΣ στον παγκόσμιο χάρτη της όπερας ήταν μία παράσταση με την Μαρία Κάλλας. Η Κάλλας είχε όμως δηλώσει, μετά τα γεγονότα του 1957, που μετατρέψανε το ρεσιτάλ της σε πολιτικό θέμα, να μην ξανατραγουδήσει στην Ελλάδα. Τότε, είχε συμφωνήσει με το Φεστιβάλ Αθηνών να δώσει στο Ηρώδειο δύο ρεσιτάλ, με μαέστρο τον αρχιμουσικό της Σκάλας του Μιλάνου Αντονίνο Βότο, στις 1 και 5 Αυγούστου 1957. Οι αρχηγοί της αντιπολίτευσης Γεώργιος Παπανδρέου και Σοφοκλής Βενιζέλος, με τη συνεργασία των εφημερίδων Τα Νέα και Το Βήμα, αποφάσισαν να θέσουν θέμα για το ύψος της αμοιβής, μετατρέποντάς την σε μείζων πολιτικό θέμα.
Τελικά, η πρεμιέρα έγινε στις 5 Αυγούστου και η Κάλλας αποθεώθηκε. Η πικρία της, όμως, ήταν μεγάλη, που δεν σεβάστηκαν ούτε την προσωπική της ζωή, και την οδήγησε στην απόφαση να μην ξαναπαρουσιαστεί στην Ελλάδα. Από το 1959 που ανέλαβε τη διοίκηση της Λυρικής, ο Μπαστιάς άρχισε την προσπάθεια να μεταπείσει την Κάλλας και να την φέρει στην Ελλάδα να τραγουδήσει στην πρώτη παρουσίαση όπερας στην Επίδαυρο. Θα ήταν ένα παγκόσμιο καλλιτεχνικό γεγονός! Της πρότεινε, επίσης, να προσφέρει την αμοιβή της, 15.000 δολαρίων για τρεις παραστάσεις, για τη δημιουργία μιας υποτροφίας για νέους λυρικούς καλλιτέχνες να σπουδάσουν στο εξωτερικό. Στο ποσό αυτό θα προσέφερε και η Λυρική Σκηνή ένα αντίστοιχο ποσό. Η ιδέα άρεσε στην Κάλλας και θα οδηγούσε και σε μία συμφιλίωση με τη χώρα των προγόνων της. Πρότεινε στον Μπαστιά να ανεβάσουν τη Νόρμα του Bellini (Βιντσέντζο Μπελίνι). Έτσι δημιουργήθηκαν και οι “Υποτροφίες Μαρία Κάλλας“.
Στις 9 Αυγούστου 1960, η Μαρία Κάλλας έφθασε στο αεροδρόμιο του Ελληνικού, όπου την περίμενε ο Μπαστιάς να την οδηγήσει στη συνέντευξη τύπου που είχε οργανωθεί στην Αθήνα.
Η πρεμιέρα της Νόρμα στις 24 Αυγούστου 1960 υπήρξε η πιο λαμπρή στιγμή στην εικοσαετή ιστορία της Λυρικής Σκηνής. Για πρώτη φορά έγινε είδηση στον παγκόσμιο τύπο. Οι Times του Λονδίνου έγραψαν με ενθουσιασμό: “August, 1960, will surely go down as a landmark in the annals of Greek artistic history” (Ο Αύγουστος, 1960, σίγουρα θα καταγραφεί ως ορόσημο στα χρονικά της Ελληνικής καλλιτεχνικής ιστορίας).[57] Μία εβδομάδα μετά την αναχώρηση της Κάλλας, αναχώρησε και ο Μπαστιάς για το Μιλάνο, μεταφέροντας δύο παράσημα, έπειτα από προσωπική του εισήγηση στο υπουργείο Εξωτερικών. Το πρώτο, Ταξιάρχης του Τάγματος της Ευποιίας, για την Κάλλας και το δεύτερο, Ταξιάρχης του Φοίνικος, για τον μαέστρο Tulio Serafin. Τα παρέδωσε στον Έλληνα πρόξενο στο Μιλάνο για να τα απονείμει στην τελετή που οργανώθηκε. Ο ίδιος ο Μπαστιάς επέδωσε στην Κάλλας μία ανάγλυφη χρυσή κατανομή της, που είχε φιλοτεχνήσει ο γλύπτηςΝίκος Περαντινός και που αργότερα κατασκευάστηκε από το ίδιο πρόπλασμα το μετάλλιο που εξέδωσε η Λυρική Σκηνή για τις παραστάσεις της Νόρμα. Μετά την τελετή, ο γενικός διευθυντής της Scala του Μιλάνου Antonio Ghiringhelli παρέθεσε επίσημο γεύμα προς τιμή της Κάλλας και του Μπαστιά. Ο Μπαστιάς πίστευε ότι εκείνη η μέρα αποτελούσε την απόλυτη δικαίωση της Κάλλας.
Έως τα Χριστούγεννα του 1960, ο Μπαστιάς συμφώνησε με την Κάλλας να εμφανιστεί ξανά στην Επίδαυρο τον Αύγουστο του 1961, στη Μήδεια του Luigi Cherubini (Λουίτζι Κερουμπίνι), με τον Jon Vickers (Ιάσων), τη Σούλα Γλαντζή (Γλαύκη), την Κική Μορφονιού (Νέρις) κ.ά. Μαέστρος ο Nicola Resigno, σκηνοθέτης πάλι ο  Αλέξης Μινωτής και σκηνογράφος-ενδυματολόγος ο Γιάννης Τσαρούχης. Η αμοιβή της Κάλλας και για τις δύο παραστάσεις συμφωνήθηκε να πάει πάλι στο ειδικό ταμείο για τη δημιουργία των “Υποτροφιών Μαρία Κάλλας”. Η πρεμιέρα της Μήδειας έγινε στις 6 Αυγούστου 1961 με μεγάλη επιτυχία.
Μετά το θάνατο, τον Απρίλιο του 1961, του γενικού διευθυντή του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας (ΕΙΡ) Πύρρου Σπυρομήλιου, ο Καραμανλής αποφάσισε να αναθέσει το ραδιόφωνο στον Μπαστιά παράλληλα με την Λυρική, με την εντολή να ξεκινήσουν αμέσως οι διαδικασίες για την δημιουργία τηλεόρασης και στην Ελλάδα, κάτι που ακόμα και η Αλβανία είχε. Ο Μπαστιάς ξεκίνησε αμέσως τη μελέτη με την ιταλική κρατική Ραδιοτηλεόραση (RAI), αγόρασε το οικόπεδο της Αγίας Παρασκευής, ανέθεσε τη μελέτη του κτιρίου και παρήγγειλε τα πρώτα μηχανήματα.
Μετά τις εκλογές της 29ης Οκτωβρίου του 1961, η χώρα εισήλθε σε περίοδο μεγάλης οξύτητας με τις κατηγορίες για “βία και νοθεία” και τον Ανένδοτο Αγώνα του Γεωργίου Παπανδρέου και ο Μπαστιάς βρέθηκε βυθισμένος σε τεράστιες ευθύνες, όχι λόγω Λυρικής, αλλά λόγω ΕΙΡ, του κυριότερου μέσου μαζικής ενημέρωσης, σε εποχή που δεν υπήρχε ούτε ιδιωτικό ραδιόφωνο ούτε τηλεόραση, αλλά και λόγω της εκκίνησης της μετατροπής του ΕΙΡ σε Ίδρυμα Ραδιοτηλεόρασης. Η προετοιμασία των “Υποτροφιών Μαρία Κάλλας” πέρασε σε δεύτερη θέση, ειδικά μετά και την τραγική δολοφονία του βουλευτή της ΕΔΑ Γρηγόρη Λαμπράκη στις 22 Μαΐου 1963 και, ως επόμενο, την παραίτηση της κυβέρνησης Κωνσταντίνου Καραμανλή στις 11 Ιουνίου 1963.
Παρά ταύτα, η Κάλλας αδημονούσε από το Μιλάνο να ξεκινήσουν οι “Υποτροφίες Μαρία Κάλλας” άμεσα και σκέφτηκε να ζητήσει από τον Χρήστο Λαμπράκη, εκδότη των εφημερίδων Το Βήμα και Τα Νέα, να αναλάβει και αυτός. Ο Λαμπράκης είχε διαδεχτεί τον πατέρα του Δημήτρη Λαμπράκη, μετά το θάνατό του τον Αύγουστο του 1957
Παρά τον σκληρό προεκλογικό αγώνα, που απασχολούσε ιδιαίτερα και τον Λαμπράκη, ως εκδότη του κυριότερου δημοσιογραφικού συγκροτήματος της Ενώσεως Κέντρου, και τον Μπαστιά, γενικό διευθυντή του μοναδικού κρατικού ραδιοφώνου, υπό τον έλεγχο της ΕΡΕ, η συνεργασία των δύο ανδρών υπήρξε θερμή και φιλική. Αμέσως συγκροτήθηκε η πρώτη πενταμελής “Επιτροπή Υποτροφιών Μαρίας Κάλλας” με τους Χρήστο Λαμπράκη, Κωστή Μπαστιά, τον μαέστρο Μενέλαο Παλλάντιο, που το Σεπτέμβριο του 1964 θα αντικαταστήσει τον Μπαστιά στην Λυρική, την Αλεξάνδρα Τριάντη, πρωταγωνίστρια του Lied και μεγάλη χορηγός του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών και τη Μαρίτσα Περικλή Ράλλη, μέλος του Δ.Σ. της Λυρικής Σκηνής και αδελφή της Κατίνας Παξινού και στις 20 Νοεμβρίου 1963 δημοσιεύθηκε στον τύπο η προκήρυξη με τους όρους και τις προθεσμίες του πρώτου διαγωνισμού “δια την επιλογή δύο προσώπων, εις τα οποία χορηγείται υποτροφία σπουδών φωνητικής μουσικής εις το εξωτερικό”.
Παρά το φόρτο εργασίας στην Λυρική Σκηνή και στο ΕΙΡ, εν μέσω συγκρούσεων των πολιτικών παρατάξεων και του Ανένδοτου Αγώνα, ο Μπαστιάς δεν παραμέλησε τη μελέτη του για τον Παπαδιαμάντη που εκδόθηκε το 1962.
Δέκα μήνες μετά την εκλογική νίκη του Γεωργίου Παπανδρέου, ο Μπαστιάς τελικά αντικαταστάθηκε το Σεπτέμβριο του 1964 στην Λυρική Σκηνή από τον συνθέτη Μενέλαο Παλλάντιο, ενώ στο Ε.Ι.Ρ., που θεωρείτο πολιτικό πόστο, είχε ήδη αντικατασταθεί αμέσως μετά τις εκλογές. Έτσι, μπόρεσε να αφοσιωθεί στην έκδοση του νέου του περιοδικού, του δεκαπενθήμερου Άλφα, που κυκλοφόρησε στις 12 Νοεμβρίου 1964, και αργότερα μετατράπηκε σε εβδομαδιαίο ειδησεογραφικό περιοδικό. Με την εγκαθίδρυση της Χούντας των Συνταγματαρχών το 1967, ελλείψει αξιόλογων και αξιόπιστων ειδήσεων λόγω λογοκρισίας, το περιοδικό άρχισε να μαραζώνει και το επόμενο έτος διέκοψε την κυκλοφορία του. Από το 1969, ανέλαβε για την Εκδοτική Αθηνών την οργάνωση της δωδεκάτομης στην αρχή Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους, συγκροτώντας μία Εποπτική Επιτροπή διακεκριμένων επιστημόνων που θα εξασφάλιζαν τα υψηλά κριτήρια του έργου και θα παρακολουθούσαν την πορεία του. Στην επιτροπή συμμετείχαν ο καθηγητής της Φιλοσοφίας και Ακαδημαϊκός Ιωάννης Θεοδωρακόπουλος, ο καθηγητής της Φιλοσοφίας του Δικαίου και Ακαδημαϊκός Κωνσταντίνος Τσάτσος, ο καθηγητής της Προϊστορικής Αρχαιολογίας και Ακαδημαϊκός Γεώργιος Μυλωνάς, ο καθηγητής της Βυζαντινής Αρχαιολογίας και Ακαδημαϊκός Ανδρέας Ξυγγόπουλος, ο καθηγητής της Ιστορίας της Νεοτέρας Ελλάδας Απόστολος Βακαλόπουλος και ο ίδιος ο Μπαστιάς, ως Εντεταλμένος Σύμβουλος. Οι πρώτοι τόμοι εκδόθηκαν το 1971.
Μέσα σε όλες αυτές τις ασχολίες ήταν πάντα δημοσιογράφος και ποτέ δεν παρέλειπε να γράφει, σχεδόν κάθε μέρα, το άρθρο του για την εφημερίδα Η Βραδυνή, ως το θάνατό του τα Χριστούγεννα του 1972.
Πηγή: http://el.wikipedia.org/wiki

Share.

Comments are closed.