Η ξοδος του Μεσολογγου

14 2011

Βασλης Φουρτονης: δσκαλος, αναπληρωματικς Αιρετς ΑΠΥΣΠΕ Αττικς, Αντιπρεδρος Συλλγου Εκπ/κν «Ο ΠΕΡΙΚΛΗΣ»

Πρλογος

Το ιστορικ

Η ξοδος του Μεσολογγου μσα απ τις πηγς

Τα οχυρ του Μεσολογγου

Η λακ μοσα για το Μεσολγγι

Οι Ελεθεροι πολιορκημνοι του Δ. Σολωμο

Η ξοδος του Μεσολογγου – Video

Ελεθεροι Πολιορκημνοι – Γ. Μαρκπουλος – «Δρμο να σχσουν τα σπαθι»

Ελεθεροι Πολιορκημνοι – Γ. Μαρκπουλος – «κρα του Τφου»

Ελεθεροι Πολιορκημνοι – Γ. Μαρκπουλος – «Η θλησ μου βρχος»

Ελεθεροι Πολιορκημνοι – Γ. Μαρκπουλος – «Μητρα Μεγαλψυχη»

Ελεθεροι Πολιορκημνοι – Γ. Μαρκπουλος – «Αλ' λιος μγας κι σβηστος»

Ελεθεροι Πολιορκημνοι – Γ. Μαρκπουλος – «Πειρασμς»

Ελεθεροι Πολιορκημνοι – Γ. Μαρκπουλος – «Στα μτια και στο πρσωπο»

Ελεθεροι Πολιορκημνοι – Γ. Μαρκπουλος – «Ο γιος σου κρνος με δροσι»

Ελεθεροι πολιορκημνοι - Οι ελληνδες γυνακες - αφγηση: Ειρνη Παππ

Ελεθεροι πολιορκημνοι - Στοχασμς -το χραμα - αφγηση: Ειρνη Παππ

Περιγραφ: http://math-telos-agras.pblogs.gr/files/391311-100_0269.JPGΗ Ηρωικ ξοδος του Μεσολογγου αποτελε σως την κορυφαα και την πιο συγκινητικ στιγμ του Αγνα της Εθνικς μας παλιγγενεσας. Η ξοδος ταν η κατληξη ενς νισου με ρους αριθμητικς σγκρισης, αγνα μεταξ αναρθμητων Τορκων και λιγοστν Ελλνων και φιλελλνων υπερασπιστν  της ιερς πλης του Μεσολογγου.

Η θυσα του Μεσολογγου που επ 12 ολκληρους μνες αντιστθηκε ηρωικ, προθησε το ελληνικ ζτημα, σο καμι λλη ελληνικ νκη: πλημμρισε τους λλους λληνες και τους Ευρωπαους με αισθματα θαυμασμο για τους νδρες της φρουρς και τον ηρωικ πληθυσμ του Μεσολογγου. Πραγματικ σπνια συναντ  κανες στις σελδες της ιστορας παραδεγματα παρμοιας υπερνθρωπης ψυχικς αντοχς οι φλγες του Μεσολογγου και η συνειδητ θυσα των αγωνιστν θρμαναν τις καρδις των πολιτισμνων λαν και τους ξεσκωσαν σε μα αληθιν σταυροφορα για την απελευθρωση ψυχικς αντοχς.

Οι φλγες του Μεσολογγου και η συνειδητ θυσα των αγωνιστν θρμαναν τις καρδις των πολιτισμνων και τους ξεσκωσαν σε μια αληθιν σταυροφορα για την απελευθρωση του ελληνικο θνους.

ΠΗΓΑΙΝΕ ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ

Το ιστορικ

"Τα μτια μου δεν εδαν τπον ενδοξτερον απ τοτο το αλωνκι"

Δ. ΣΟΛΩΜΟΣ

Με την κρηξη της επανστασης, μετ την Πελοπννησο, ολκληρη η Στερε Ελλδα εχε επαναστατσει και εχαν απελευθερωθε πολλς περιοχς. Μλιστα οργανθηκε και πολιτικ με τη "Γερουσα" στο Μεσολγγι και τον "ρειο Πγο" στα Σλωνα. Ο Σουλτνος μως αποφσισε να αντιδρσει οργανωμνα με δυο στρατις. Η δετερη με τους Κιουταχ και Ομρ Βρυνη κατληξε στο Μεσολγγι, στις 25 Οκτωβρου 1822, το οποο οι Τορκοι πολιρκησαν. στερα απ λγες μρες, στις 31 Δεκεμβρου, οι Τορκοι αναγκστηκαν να λσουν την πολιορκα και να επιστρψουν στην πειρο.

Μετ τη συμφωνα του Σουλτνου και του Μεχμτ Αλ της Αιγπτου, η εισβολ του Ιμπραμ στην Πελοπννησο συνδυστηκε με επιχειρσεις απ τους Τορκους στη Στερε Ελλδα, με κριο στχο το Μεσολγγι. Της νας εκστρατεας ηγεται και πλι ο Κιουταχς που με πανσχυρη στρατι 35.000 ανδρν φτασε στο Μεσολγγι στα μσα Απριλου 1825. Εναι η δετερη και καθοριστικ πολιορκα της πλης που κατληξε στην ηρωικ ξοδο.

1η Φση της πολιορκας: Απ τον Απρλιο ως το Δεκμβριο του 1825 κρτησε η πρτη φση της πολιορκας, και στο διστημα αυτ οι Τορκοι φτασαν σε απσταση μερικν δεκδων μτρων απ το τεχος. Μια ισχυρ επθεση του Κιουταχ στις 21 Ιουλου 1825 απτυχε και τρεις μρες αργτερα μια ελληνικ νυκτεριν αντεπθεση προκλεσε σοβαρτατες απλειες στο τουρκικ στρατπεδο. Στο μεταξ ελληνικ πλοα εχαν διασπσει το θαλσσιο αποκλεισμ και εχαν εφοδισει τους πολιορκουμνους με τροφς και πολεμοφδια, εν στις αρχς Αυγοστου η μυνα του Μεσολογγου ενισχθηκε με 1500 ακμα ντρες. Μετ τις καρπες επιθσεις του ο Κιουταχς αποσρθηκε στις γρω υπρειες και κατ διαστματα βομβρδιζε την πλη, χωρς μως την ασφυκτικ πεση των πρτων μηνν.

2η Φση της πολιορκας: Το Δεκμβριο του 1825 ρχιζε η δετερη φση της πολιορκας ταν ο Ιμπραμ φτασε στο Μεσολγγι με ισχυρ δναμη (10.000 νδρες), αποφασισμνος να το καταλβει. Μετ την απρριψη απ τους πολιορκομενους της πρτασς του για παρδοση, η πολιορκα γινε στεντερη και απ το Φεβρουριο οι πολιορκομενοι πιζονταν απ τις επιθσεις των Αιγυπτων και απ την πενα. Τα νησκια της λιμνοθλασσας, προπργια του Μεσολογγου, πεσαν στα χρια του εχθρο, εκτς απ την Κλεσοβα, που η νκη των Ελλνων υπρξε θριαμβευτικ. Οι πολιορκομενοι μταια περμεναν την ενσχυσ τους απ το Ναπλιο, και η προσπθεια του ελληνικο στλου να λσει την πολιορκα απ τη θλασσα αποδεχτηκε αδνατη. Μνη λση μσα σε αυτς τις συνθκες, που διαρκς χειροτρευαν, απμεινε η ξοδος.

Το Μεσολγγι το 1825 αποτελοσε σε μικρογραφα μια μικρ Ελλδα, στην καρδι της Ελλδος, γιατ μσα στην πλη εκενη δεν ταν κλεισμνοι μνο Μεσολογγτες και Πελοποννσιοι, αλλ και αντιπρσωποι λων των ελληνικν πληθυσμν απ τον Ισθμ και επνω. Κατ την πρτη φση της πολιορκας οι πολιορκομενοι με συνεχες αντεπιθσεις αλλ και με συνεχ ανεφοδιασμ, στω και δσκολα, απ τον ελληνικ στλο υπμειναν την πολιορκα. Η θση των Ελλνων χειροτρεψε κατ την δετερη φση της πολιορκας. Εχαν κουραστε απ την εννεμηνη πολιορκα και ιδως απ την λλειψη τροφμων. Η κατσταση ββαια ταν περισστερο τραγικ για τους αρρστους και τους πληγωμνους. Μολατατα η μαχητικτητ τους ταν καμπτη και αμετακνητη η απφασ τους να νικσουν να πεθνουν, ιδιατερα των ντπιων που φθασαν στον ψιστο βαθμ του ηρωισμο και της αυτοθυσας. Μετ την κατληψη του Βασιλαδου, του Ντολμ και του Πρου (μνο η Κλεσοβα μενε ακμα στους λληνες) οι πολιορκομενοι απελπισμνοι και εξαντλημνοι απ τη φοβερ πενα και τις λλες στερσεις, μνο απ την φιξη του στλου περμεναν σωτηρα.

Απ τα μσα κιλας Φεβρουαρου η κατσταση στο Μεσολγγι εχε αρχσει να γνεται τραγικ. Πολλς οικογνειες εχαν αρχσει να στερονται εντελς τα τρφιμα και αναγκζονταν να σφζουν λογα, μουλρια, γαδορια και κατπιν σκλους, γτες, ποντικος. Αλλ και αυτ λειψαν. Απ τις 16 Μαρτου ρχισαν να τρνε αρμυρκια, πικρ χρτα που φτρωναν κοντ στη θλασσα. Ο υποσιτισμς και οι αρρστιες εξασθνιζαν τους ρωμαλους οργανισμος των ανδρν της φρουρς και προκαλοσαν πολλος θαντους. Απ τον Απρλιο μως τα ολιγριθμα ελληνικ πλοα με νααρχο το Μιαολη, απτυχαν σε επανειλημμνες προσπθειες να διασπσουν τον αποκλεισμ του τουρκοαιγυπτιακο στλου. Στους πολιορκομενους δεν μενε λλη λση απ την ξοδο.

Για τους ασθενες και πληγωμνους, αποφσισαν να μεταφερθον στα πιο οχυρωμνα σπτια και εκε να πεθνουν πολεμντας. Εκενοι δχτηκαν. "Τα παρθυρα να μας αφσετε ανοιχτ μονχα, και ρα σας καλ ! Ο Θες να μας ανταμσει στον λλο κσμο" επαν και αποχαιρετστηκαν πολιορκημνοι, απελπισμνοι πια, πραν την οριστικ απφαση να επιχειρσουν ξοδο τη νχτα της 10ης Απριλου προς την 11η, Κυριακ των Βαων, και ειδοποησαν σχετικ τους λληνες του στρατοπδου της Δερβκ ιστας να προσπαθσουν να φρουν αντιπερισπασμ στους Τορκους. Αποφσισαν να σκοτσουν λους τους αιχμαλτους, καθς και τα γυναικπαιδα για να μην πσουν στα χρια των Τορκων. Εν η πρτη απφαση πραγματοποιθηκε, τη δετερη απτρεψε ο επσκοπος Ρωγν Ιωσφ. Οι ασθενες και τραυματισμνοι μεταφρθηκαν στα πιο οχυρ σπτια και εκε να πεθνουν πολεμντας.

Το μεσημρι της 10ης Απριλου καταρτστηκε το σχδιο και το δειλιν ρχισαν λοι να μαζεονται στις προσδιορισμνες θσεις. Κατ τις 6.30 ακοστηκε επνω στο Ζυγ η ομοβροντα του ελληνικο επικουρικο σματος, που εχε φθσει απ τη Δερβστικα. ταν νχτωσε οι περισστεροι της φρουρς εχαν βγει ξω απ την πλη και περμεναν το σνθημα του ξεκινματος. Το σχδι τους μως προδθηκε και οι Τουρκοαιγπτιοι ρχισαν να τους κτυπον με πυκν πυρ κανονιν και τουφεκιν. Τελικ οι λληνες αποφσισαν να κινηθον' ρμησαν οι νδρες των δο πρτων σωμτων με τα γιαταγνια και τα σπαθι τους επνω στις εχθρικς γραμμς. Καμι δναμη δεν ταν ικαν να αναχαιτσει το χεμαρρο εκενο των απελπισμνων. Ο καθνας τους κοταζε πως να ανατρψει τα εμπδια που βρσκονταν μπροστ του και να περσει. Εκενη τη στιγμ ακοστηκε απ το τρτο σμα των γυναικπαιδων η φων "οπσω, οπσω, μωρ παιδι!" και αποχωρστηκαν μερικο απ τα δο πρτα σματα. Η σγκρουση ταν φονικτατη. Οι λληνες ανατρπουν ποιον βρουν μπροστ τους και προχωρον αφνοντας πσω πολλος νεκρος. Την πορεα τους συνδευσαν δο εκρξεις απ την πλη. Η πρτη απ την κρηξη των υπονμων και η λλη απ την ανατναξη της πυριτιδαποθκης με τον ηρωικ Χρστο Καψλη. Οι λληνες εχαν απλειες και απ τους κρυμμνους στα διφορα υψματα και τις χαρδρες Αλβανος. Μολατατα αντιμετπιζαν με σταθερτητα τον αρατο εχθρ.

Εχε αρχζει να γλυκοχαρζει η Κυριακ των Βαων, ταν η μχη παψε. Εκε επνω μνο, στην κορυφ του Ζυγο, μπρεσαν να αναπνεσουν λγο ελεθερα. Απ τους 3000 στρατιωτικος που πραν μρος στην ξοδο, μνο 1300 σθηκαν. οι υπλοιποι 1700 σκοτθηκαν στις συμπλοκς της εξδου. Απ τις γυνακες, 13 μνο Σουλιτισσες σθηκαν και απ τα παιδι τρα τσσερα. Οι απλειες των Τουρκοαιγυπτων υπολογστηκαν σε 5000. Τη ντροπ του ελληνικο εμφυλου πολμου εξαγνζει η θυσα μιας πλης και των αγωνιστν της.

Η θυσα του Μεσολογγου, που επ 12 ολκληρους μνες αντιστθηκε ηρωικ, προθησε το ελληνικ ζτημα, σο καμι λλη ελληνικ νκη: πλημμρισε τους λλους λληνες και τους Ευρωπαους με αισθματα θαυμασμο για τους νδρες της φρουρς του και τον ηρωικ πληθυσμ του Μεσολογγου. Πραγματικ σπνια συναντ κανες στις σελδες της ιστορας παραδεγματα παρμοιας υπερνθρωπης ψυχικς αντοχς. Οι φλγες του Μεσολογγου θρμαναν τις καρδις των πολιτισμνων λαν και τους ξεσκωσαν σε μια αληθιν σταυροφορα για την απελευθρωση του ελληνικο θνους.

ΠΗΓΑΙΝΕ ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ

Η ξοδος του Μεσολογγου μσα απ τις πηγς

Περιγραφ: http://ellas2.files.wordpress.com/2010/03/exodos.jpg?w=550&h=291Το Μεσολγγι κρυξε την Επανσταση στις 20 Μαου 1821. Η πρτη πολιορκα του ξεκιν στις 25 Οκτωβρου 1822 και λγει στις 31 Δεκεμβρου 1822 με σημαντικς απλειες του εχθρο σε μψυχο και ψυχο υλικ. Στις 15 Απριλου 1825 αρχζει η δετερη πολιορκα απ τον Κιουταχ και στερα απ ασφυκτικ πολιορκα ενς τους και μπροστ στον κνδυνο της ατιμωτικς σκλαβις και του θαντου απ λιμ, αποφασζεται η ξοδος της Φρουρς τη νχτα της 10ης Απριλου 1826. Απ τα 10.500 περπου τομα που βρσκονταν ττε στο Μεσολγγι, οι 3.500 ταν οπλοφροι και ελχιστοι απ’ αυτος σθηκαν ξεφεγοντας απ τον τουρκικ κλοι μετ την προδοσα του σχεδου τους. Γυναικπαιδα και γροι που δεν μποροσαν να πολεμσουν και μειναν στην πλη κλεστηκαν στις μπαρουταποθκες με τον Καψλη και τον Δεσπτη Ιωσφ και βζοντας φωτι στο μπαροτι ολοκλρωσαν τη θυσα του Μεσολογγου.

Η νχτα της Εξδου θα μενει για πντα στην ιστορα σαν σμβολο εθελοσιας θυσας στο βωμ της Ελευθερας.

Η νχτα αυτ εναι μα απ τις ιστορικτερες για την ανθρωπτητα. Το Μεσολγγι συμβολζει απ ττε την ελευθερα και τον ηρωισμ και χει αποτελσει πηγ μπνευσης πολλν μεγλων δημιουργν απ’ λον τον κσμο (Βρωνας, Γκατε, Ουγκ, Ντελακρου, Ντελανσκ). Εκε, φησε την τελευταα τoυ πνο o Λρδoς Βρων προσφροντας σημαντικς υπηρεσες στον Αγνα των “Ελευθρων Πολιορκημνων”.

 

Το Μεσολγγι μσα π τα κεμενα

Λεπτομρειες για τη δωδεκμηνη πολιορκα αντλονται κυρως απ απομνημονευματογρφους. Βεβαως και απ τα γγραφα, και ειδικ απ την «Αλληλογραφα Φρουρς Μεσολογγου 1825-26» (να «σμα» απ τσσερις περπου εκατοντδες κεμενα, που εκδθηκαν συγκεντρωμνα το 1963).

 

«σφαξαν να γαδουρκι…»

Πρτη πηγ εναι ο N. Κασομολης (1792-1872). O 29χρονος ττε αγωνιστς μετ την επαναστατικ του δρση στη Δ. Μακεδονα, βρσκεται στο πολιορκημνο Μεσολγγι. Nα υπενθυμσουμε τι ανμεσα στις 2.701 χειργραφες σελδες, που συγκρτησαν τα τρτομα «Στρατιωτικ ενθυμματ»του, που εξδωσε το 1939 ο Γ. Βλαχογιννης, βρσκεται και η απφαση της Εξδου. ταν οι οπλαρχηγο πραν την ηρωικ απφαση ομοφνως «… θεωροντες τι εξλιπεν κθε ελπς βοηθεας και προμηθεας τσον απ την θλασσαν καθς και απ την ξηρν…», τη συνταξε ο εγγρμματος επσκοπος Pωγν Iωσφ και την υπαγρευσε στον Κασομολη.

«Απ τα μσα Φεβρουαρου 1826 ρχισαν πολλας φαμελλιας ν υστερονται τ ψωμ. Mα Mεσολογγτισσα, τις περιθαλπεν ασθεν κα τν αυτδελφν μου Mτρον, ετελεωσεν τν θροφν της, κα μυστικ, μαζ μ δο φαμελλιας Mεσολογγτικες, σφαξαν να γαδουρκι, πωλρι πο τ φαγαν. Tας ηρα οπο τρωγαν. Eρτησα πο ηραν τ κρας, κα τρμαξεν η ψυχ μου ταν κουσα τι το γαδορι. Mα συντροφι στρατιωτν Kραβαριτν εχεν ναν σκλον κα, κρυφ κα αυτο, τν σφαξαν κα τν μαγερευσαν. Eμαθητεθη κα τοτο. Hμραν παρ ημραν αυξνουσα η πενα, πεσεν κα η πρληψις κα λα το να τργουν ακθαρτα, κα ρχισαν αναφανδν πλον ν σφζουν λογα, μουλρια, γαδορια κα ακμη ν τ πωλον μι λρα τν οκ οι ιδιοκτται των κα πο να προφθσουν: Tρες ημραις επρασαν κα ετελεωσαν κα αυτ τ ζα… Aρχσαμεν, περ τς 15 Mαρτου, τας πικραλθραις, χορτρι τς θαλσσης. T εβρζομεν πντε φορας ως του βγαινεν η πικρδα, κα τ ετργαμε μ ξεδι κα λδι ωσν σαλτα, αλλ κα μ ζουμ απ καβορους ανακατωμνον κα τοτο. Eδθησαν κα εις τος ποντικος, πλν ταν ευτυχς στις εδνατο ν πιση ναν. Bατρχους δν εχαμε κατ δυστυχαν..».

 

Περιγραφ: http://ellas2.files.wordpress.com/2010/03/messolongi.jpg?w=209&h=300«Πολλο επροτμησαν να ταφσιν υπ τα ερεπια»

Δετερη «ζωνταν» πηγ εναι ο Aρτμιος Mχος (1803-1873). O Γιαννιτης αγωνιστς βρθηκε στο πολιορκημνο Μεσολγγι απ τον Απρλιο του 1825 μχρι τον επμενο Ιανουριο. Κρατοσε ημερολογιακς σημεισεις, τις οποες και δημοσευσε με τον ττλο «Σντομος περιγραφ εν εδει ημερολογου των αξιολογοτρων συμβντων της B Πολιορκας του Μεσολογγου, αρχομνη απ 12ης Aπριλου 1825 και λγουσα την 25η Ιανουαρου 1826». Στο δετερο μρος, με τον ττλο «Τα κατ την πολιορκαν του Mεσολογγου αφ ης εποχς, νεκα των περιστσεων, παυσεν εκδιδομνη η εφημερς Tα Eλληνικ Xρονικ», εκθτει και τα γεγοντα της Eξδου.

«Kανονισθντος του σχεδου της εξδου καστος απλθεν εις την θσιν του και ρχισαν αι της εξδου προπαρασκευα μεθ λης της ησυχας, αλλ και μεθ λης της δραστηριτητος. Mετ αγαλλισεως δε βλεπε τις εις τα πρσωπα της ηρωικς εκενης φρουρς ζωγραφισμνον το θρρος, την απφασιν και την πεποθησιν εις την βοθειαν του θεο περ της επιτυχας του μεγλου ργου το οποον ετοιμζοντο να επιχειρσωσιν. Yπρχον ττε εν τω φρουρω ως 300 ασθενες και πληγωμνοι. Πολλο εκ τοτων, επροτμησαν να ταφσιν υπ τα ερεπια της ενδξου πλεως και οτω οχυρωθντες εις τας ισχυροτρας οικας να πωλσωσιν ακριβ το αμα των…».

 

«Επσαμεν εις τα περιχαρακματα»

Eπιστολ Nτη Μπτσαρη, Kτσου Tζαβλα, Φωτοματα, Δ. Mακρ κ.. οπλαρχηγν προς την κυβρνηση δο μρες μετ την Eξοδο.

Περιγραφ: http://ellas2.files.wordpress.com/2010/03/ceadcebecebfceb4cebfcf82.jpg?w=376&h=400«Mε την ελπδα να μας καταφθσουν τα καρβια και να μας μπσουν ζαερν (εφδια και τροφς) εφθσαμεν εις την αθλιοττην κατστασιν… Tα καρβια δε τα ελληνικ μαν φορν εφνησαν εις τον λιμνα μας και επειδ ταν ολγα, χι (μνον) δεν βλαψαν τον εχθρν, αλλ και εδιχθησαν. Kαι επεριμναμεν οκτ ημρας τργοντες θαλσσια χρτα και πλον δεν τα ματαεδαμεν. Eφθασε να πεθανουν και απ εκατν πενντα την ημραν.Δια να μην χαθε μως με την ολτητα το στρατιωτικν, απεφασσαμεν να εβγομεν με ξοδον με τα σπαθι εις τα χερας, να εβγλωμεν και λον το αδνατον μρος και ποιος γλυτσει, πργμα οπο δεν γινε ποτ εις τον κσμον. Λοιπν εις τα 10 του παρντος, το βρδυ τα τρεις ρας της νυκτς, εκμαμεν την ξοδον, μσον τα γεφρια και επσαμεν εις τα εχθρικ περιχαρακματα… Eπλχθημεν μως εις τον κμπον και πολεμοντες ετραβομαν προς το βουν. Eβσταξεν ο πλεμος εξ ρας….».

 

«… Και ττε δωσε πυρ»

Τρτη πηγ εναι ο αγωνιστς Σπυρομλιος (1800-1880). O αγωνιστς απ τη Xιμρα ταν νας απ τους λγους σπουδαγμνους στρατιωτικος της επανστασης (10 χρνων εχε σταλε στην Iταλα να σπουδσει στρατιωτικ). Aπ το τλος του 1825 μαχταν στο Mεσολγγι και τον Iανουριο του 1826 ταν μλος της επιτροπς των πολιορκημνων που στλθηκε στο Nαπλιο για να ζητσει ενισχσεις απ την κυβρνηση. Eπστρεψε απ εκε τις τελευταες μρες της πολιορκας, αλλ δεν στθηκε δυνατ να μπει στην πλη. Παρακολουθοσε την Eξοδο απ «το ρος Πεταλ, απ που φανεται το Mεσολγγιον». Στα απομνημονεματ του με τον ττλο το «Xρονικ του Mεσολογγου 1825-1826» παραθτει πληροφορες απ «εξοδτες».

«Eδομεν τι εκαοντο λαι αι γρωθεν του φρουρου καλβαι της φρουρς. Πλεμος εκ μρους του στολσκου εις Aνεμμυλον, πλεμος ηκοετο εις διφορα μρη της πλεως και τα τουρκικ κανονοστσια εκανονοβλουν προς την πλιν. Tατα μας διδον να καταλβωμεν τι πεσε το Mεσολγγιον, τι οι Tορκοι εκυρευσαν το φροριον κι τι οι Eλληνες κατφυγον εις τινα οσπτια και αντχουν δι να αποθνουν πολεμντας… Eν τοσοτω εντς της πλεως ο πλεμος διρκεσεν τρεις ημρας. Eπολμουν εις τα οσπτια ως του εχον πολεμοφδια και ταν τα ετελεωσαν διδον πυρ εις το οσπτιον και εκαοντο. O Xρστος Kαψλης βγαζεν τας γυνακας εις τα παρθυρα δι να τας ιδσιν οι Tορκοι και εκ τοτων να παρακινηθσιν να μβουν. Aφησεν οτως στ εσυνχθησαν πλθος Tορκων και ττε δωσε πυρ εις την πυριτααποθκην, οπο σαν τεσσαρκοντα κιβτια πυρτιδας και οτως απθανεν ενδξως και αυτς, σωσεν απ την αιχμαλωσαν και την ατιμαν τσας ψυχς, συνεπιφρων τον θνατον και εις πλθος Tορκων… Oτως πεσε το Mεσολγγιον μετ δωδεκμηνον στενν πολιορκαν».

Αποσπσματα εγγρφων απ ρθρο του Τκη Κατσιμρδου που δημοσιετηκε στην εφημερδα “Ημερησα” 8/4/2006.

ΠΗΓΑΙΝΕ ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ

Τα οχυρ του Μεσολογγου

Γρφει ο ΓIΩPΓOΣ MAKAPONAΣ

KAΘE χρνο, στην επτειο της Eξδου του Mεσολογγου, οι ρτορες εξαρουν στους πανηγυρικος τους την αντοχ του "φρχτη", δηλαδ των οχυρωματικν ργων, αλλ παραλεπουν συνθως να μνημονεσουν το νομα του κατασκευαστ τους, του μηχανικο-τειχοποιο Mιχαλ Kοκκνη.

H παρλειψη αυτ εναι προφανς απτοκος της αχαρακτριστης αδιαφορας της Πολιτεας, η οποα επ 150 χρνια δεν εχε αξιωθε να ανεγερει να μνημεο στον πρωτεργτη της οχρωσης, που σκοτθηκε μλιστα κατ την ξοδο, πολεμντας ηρωικ. Xρειστηκε να πρει την πρωτοβουλα το Tεχνικ Eπιμελητριο Eλλδος, για να στηθε επιτλους το 1975, στον Kπο των Hρων του Mεσολογγου, το μνημεο που του ξιζε.

Πριν προχωρσουμε στην παρουσαση της προσωπικτητας του Kοκκνη, ας δομε πς γιναν τα οχυρωματικ ργα που δημιοργησαν τον θρλο της Iερς Πλεως. H εφημερδα του Mγερ "Eλληνικ χρονικ", στο φλλο της 4ης Oκτωβρου 1824, περιγρφει με ενργεια την περιρρουσα ατμσφαιρα και τις συνθκες κτω απ τις οποες πραγματοποιθηκε το θαμα:

"Eυφρανεται η ψυχ ενς λληνος, ταν πλησιζη εις τα τεχη του Mεσολογγου. Πσαι ιδαι του διεγερονται εις τον νουν, ταν βλπη εξ οργυις χανδκι να καταστανη νησ το Mεσολγγι, εκε που προ δο χρνων δεν το παρ εν ασμμετρον αυλκι, το οποον ημποροσε να πηδση νας νθρωπος! ταν βλπη κανονιοστσια λιθκτιστα με πντε και δκα καννια το καθνα εκε που δεν ταν παρ πεντξη πλνθοι κολλημνοι νας επνω εις τον λλον, πεντξη πτρες μια επνω εις την λλην και μερικς κφες με χμα!"

"Ποος μονρχης επρσταξε, ποος βασιλικς θησαυρς εξδευσε δια να γνη αυτ το τσον αναγκαον, το τσον σωτηριδες εις την Eλλδα ργον; ποιος ξνος εμβανει εις την πλιν, ερωτ και τον αποκρνονται: H κοιν θλησις, απ το να μρος, και τα κοιν εισοδματα, ενωμνα με τας αυτοπροαιρτους συνεισφορς ολγων φιλογενν, απ το λλο, ωχρωσαν, καθς βλπεις, το Mεσολγγι".

"νας μηχανικς δι τον οποον δεν εξωδεονταν περισστερα αφ' σα χρειζεται να ζση οικονομικ νας νθρωπος- και οι πρκριτοι της πλεως, κυλισμνοι μσα εις τες λσπες, επιστατοσαν εις το ργον και εβαστοσαν τα ξοδα δι τους μαστρους και δι τας αναγκαας λας της οικοδομς".

"Eκτς που καθ' νας εστοχζετο ιερν το αργριον που εχεν εις τας χερας του, νοιγε και ο νας επνω εις τον λλον τσσερα μτια, δι να μην κμη οτε ναν οβολν κατχρησιν, διτι δεν εναι μονρχης, δεν εναι βασιλικς θησαυρς που εξοδεει, εξοδεουν λοι οι λληνες".

"λλες φορς σαν εορτς και σχλες. Tτε οτε εορτς οτε σχλες σαν δι τους Mεσολογγτας. Eις τοιατας ημρας, μλιστα, βλεπ τις τες γυνακες λες, χωρς εξαρεσιν, στολισμνες να διαβανουν, κατ σειρν, απ την αγορν, χωρς πλον να συστλλωνται απ τον κσμον, και να κουβαλον με τους μους και με τας αμασχλας των πτρες εις το τεχος (...)".

"Eις την πολιορκαν του Oμρ-Πασ ο Mεσολογγτης απεφσισε να αποθνη και ο γετονς του λθε να τον βοηθση οπσω απ τους πλνθους και απ μιαν οργυιν χανδκι, και εδοξσθη και ο νας και ο λλος, αποκροσαντες τον κνδυνον".

 

Tο σωτριο χαντκι

Στο σημεο αυτ θα υπογραμμσουμε την αναφορ που κνει ο Mγερ στην πολιορκα του Oμρ Πασ, δηλαδ του Oμρ Bρυνη. Πρκειται για την πρτη πολιορκα του Mεσολογγου, που ρχισε στις 25 Oκτωβρου 1822 και ληξε στα τλη του Δεκεμβρου του διου χρνου, με το μακελει των Tορκων, κατ το ρεσλτο που καναν πνω στο τειχ, τα χαρματα των Xριστουγννων. Σ' λες τις ντπιες, σ' λα τα πστα οι φλακες γρηγοροσαν και με το πρτο σινιλο μεττρεψαν το γιουροσι των πολιορκητν σε νεκροταφεο. Σκοτθηκαν 500 περπου Aρβαντες και οι πασδες το βαλαν στα πδια στις 31 Δεκεμβρου.

"Tο Mεσολγγι -σημεινει επιγραμματικ ο Δημ. Φωτιδης- μ' να χαντκι θα σωζε τη Δυτικ Eλλδα κι αργτερα ολκληρη την πατρδα". (Δημ. Φωτιδη: "H Eπανσταση του '21", τ. 2ος σελ. 240).

Περιγραφ: http://2.bp.blogspot.com/_QMD3uDrxxgM/S2NbxT97t-I/AAAAAAAAGv4/s2bgzdanKek/s320/%CF%83%CE%AC%CF%81%CF%89%CF%83%CE%B70003.jpgAλλ πς ταν στην πραγματικτητα αυτ το χαντκι; Kατ την πρτη πολιορκα εχε βθος ενς μτρου και κτι, πλτος δε δο μτρα. Στη δετερη πολιορκα, η τφρος του Kοκκνη εχε βθος τρα μτρα και πλτος οκτ ως εννα μτρα. Aπ τα δο κρα της τφρου μπαινε το νερ της λμνης. H μντρα -το τειχ- στην πρτη πολιορκα ταν στο ψος του ανθρπου. Στη δετερη, φτανε τα δο ως τριμισι μτρα.

Στο χαμηλ τειχ της πρτης πολιορκας εχαν στσει 14 παλι καννια. Στη δετερη πολιορκα, ο Kοκκνης εχε εξοπλσει τις ντπιες με τσσερις λουμπρδες (βομβοβλα) και 48 σιδερνια καννια. Aυτ ταν συνοπτικ το "χαντκι".

Θεωρομε σκπιμο να παραθσουμε εδ την αιρετικ γνμη του Σπυρδωνος Tρικοπη για τα οχυρωματικ ργα του Mεσολογγου και τον κατασκευαστ τους:

"Διηγομενοι τα της πρτης πολιορκας του Mεσολογγου, επεριγρψαμεν το τεχος του. κτοτε το τεχος τοτο εδυναμθη και λαβε ναν μορφν υπ την ακματον φροντδα του Mιχαλ Kοκκνη. Eκκαθαρσθη δε, επλατνθη και εβαθνθη και η τφρος.

"Eπαιρμενος ο τειχοποις Kοκκνης επ τοις ργοις του, ειδοποει επισμως τον διευθυντν της Δυτικς Eλλδος Mαυροκορδτον, τι "το οχρωμα τοτο ικανν το ν' ανθξη εις πσαν εχθρικν προσβολν και τι επισκεφθντες αυτ γγλοι το εθαμασαν και εξεπλγησαν".

"Oυδν εχε, βεβαως, το οχρωμα τοτο ικανν να κινση εις θαυμασμν να φρη εις κπληξιν τον επισκεπτμενον αυτ ειδμονα, διτι ουδ' εκτιστον καν το το τεχος. Kαι αν μεθ' λης της ατελεας του, η πλις δεν ηλθη υπ των εχθρν ει μη καθ' ην ημραν εγκατελεφθη υπ των προμχων της, ας ενθυμηθμεν, τι "νδρες η πλις, ου τεχη"". (Σπ. Tρικοπη: "Iστορα της Eλληνικς Eπαναστσεως", τ. 3ος, σελ. 279-280).

Στις ημρες μας σζεται μικρ μνο τμμα του τεχους. "H κυβρνησις -γρφει ο N. Mακρς- επφερε την καταστροφν εν τω ιστορικωτρω σημεω δι της ανεγρσεως του κεντρικο σταθμο του σιδηροδρμου Bορειοδυτικς Eλλδος". (Nικολου Mακρ: "Iστορα του Mεσολογγου". κδοση 1908).

 

Mαθηματικ και Γεωδαισα

O N. Mακρς στο προαναφερμενο βιβλο του, ο καθηγητς Σωκρτης Kουγας ("Eκατονταετηρς του Mεσολογγου"), ο στρατηγς I. Iωαννδης ("Πολιορκαι του Mεσολογγου"), ο Kων. Στασινπουλος ("Tο Mεσολγγι"), ο βιογρφος του Kοκκνη Πνος Nτολης ("Πρτοι λληνες Tεχνικο Eπιστμονες Περιδου Aπελευθρωσης", κδοση Tεχνικο Eπιμελητηρου Eλλδος, Aθνα 1976) και λλοι αναφρουν ως τπον καταγωγς του Mιχαλ Kοκκνη τη Xο. "Aυτχθων λλην" γρφει ο Σπυρομλιος (Στρατηγο Σπυρομλιου: "Aπομνημονεματα").

Πολιορκα του Μεσολογγου (1825-1826), Πνακας του Π. Ζωγρφου. 1. Τουρκοαιγυπτιακς στλος, 2. Τουρκοαιγυπτιακ στρατεματα, 3. Το Μεσολγγι, 4. Το νησκι Κλεσοβα, 5. Ελληνικ στρατεματα, 6. Τουρκικ καννια

 

Kατ τον Π. Nτολη, εχε σπουδσει μηχανικς "κατ πσαν πιθαντητα εις την Γαλλαν" κι εγνριζε, εκτς των γαλλικν, ιταλικ, γερμανικ και πιθανς ρουμνικα. Πριν απ την Eπανσταση, απ το 1810 κι πειτα, δδαξε μαθηματικ, γεωδαισα, σχδιο και γερμανικ στην ανωτρα ελληνικ σχολ του Bουκουρεστου.

Στη Pουμανα, ο Kοκκνης εχε προσφρει τις υπηρεσες του και στην αποτυχοσα επανσταση των Παραδουναβων Xωρν. Kατ τα μσα του 1822 πρε την απφαση να κατβει στην Eλλδα, για να βοηθσει τον Aγνα. Tον Φεβρουριο του 1823 φθνει στο Mεσολγγι μσω Iταλας. Aμσως ο Aλξανδρος Mαυροκορδτος του αναθτει την εκπνηση μελτης και τη διεθυνση κατασκευς των οχυρωματικν ργων.

O Kοκκνης ρχισε την κατασκευ στις 7 Mαρτου 1823 και ολοκλρωσε τα ργα στα τλη του 1824. ταν θλος, κατ γενικ ομολογα. Oι Mεσολογγτες ανακρυξαν τον Kοκκνη επτιμο πολτη του Mεσολογγου με ψφισμα της 17ης Iανουαρου 1825. Tο Yπουργεο Πολμου, του απνειμε τον βαθμ του χιλιρχου και τον διρισε αρχηγ του φρουρου του Mεσολογγου στις 4 Mαρτου 1825.

Tελευταο ργο του Kοκκνη ταν οι γφυρες της Eξδου της 10ης Aπριλου 1826. ταν πραγματοποιθηκε η γεφρωση της τφρου, δθηκε το σνθημα για το λμα προς τη ζω τον θνατο. O ρως μας θα δσει και τη ζω του για την πατρδα.

O Kασομολης θα γρψει αργτερα: "Aπ τους σημαντικος μειναν και δεν εφνησαν εκε, φονευθντες... ο Mιχ. Π. Kοκκνης, τειχοποις-αρχιτκτων". (Nικ. Kασομολη: "Eνθυμματα Στρατιωτικ", τ. 2ος, σελ. 282).

Kαι ο Παπαρρηγπουλος αναφρει τι πεσε στην ξοδο "ο πλεστον συντελσας εις την μυναν μηχανικς Mιχαλ Kοκκνης" (Kων. Παπαρρηγπουλου: "Iστορα του Eλληνικο θνους", τ. 5ος, σελ. 892).

Στο μμετρο ιστορικ πος "Mεσολογγις" διαβζουμε:

"Tτ' πεσεν ο νδοξος μηχανικς Kοκκνης,

οι ακουσμνοι αρχηγο Σαδμας και Στουρνρας

και σμπασα των Γερμανν η μεγαλφρων

φλαγξ, η κορυφαον χουσα τον Mγερ..."

Eυλγως φαντζεται κανες, τι η Πολιτεα θα φρντιζε την οικογνει του, μετ τον θνατο ενς τκνου της που πρσφερε τσα πολλ στην πατρδα. Συνβη το αντθετο.

Mετ την ξοδο, η χρα Mαρα Kοκκνη, με αναφορ της απ 4 Mαου 1826, ζητε απ τη Διοκηση βοθεια: "Δομαι μετ δακρων ελεεινν και προστρχω εις την υμετραν φιλογνειαν να λβητε συμπθειαν προς εμ την ξνην και εις τα ανλικα τκνα μου, που πεινμεν και ελεεινς κατατηκμεθα, υστερημνη και αυτο του συζγου μου".

Mε λλη αναφορ της απ 9 Σεπτεμβρου 1829 ικετεει και πλι να της δοθε βοθεια. Kαι, τλος, με τρτη αναφορ της απ 7 Nοεμβρου 1832 διαμαρτρεται για την καθυστρηση του γλσχρου επιδματος που απεφσισε η Διοκηση να της δοθε.

ΠΗΓΑΙΝΕ ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ

Η λακ μοσα για το Μεσολγγι

 

"Ποιος θε ν ακοσει κληματα"

Ποιος θε ν ακοσει κληματα, γυνακεια μοιρολγια;

Ας πει ν απ τη Ρομελη κι απ το Μεσολγγι,

κι εκε ν ακοσει κληματα, γυνακεια μοιρολγια,

πως κλαιν οι μνες για παιδι και τα παιδι για μνες.

Δεν κλανε για το σκοτωμ, που θε να σκοτωθονε,

μν κλανε για το σκλαβωμ, που θε να σκλαβωθονε.

 

"Το δλιο Μεσολγγι"

Τ' χεις, καημνε κρακα, και σκοζεις και φωνζεις.

Μην εν' τ' αυγ σου μελαν και τα πουλι μαρα;

Δεν εν' τ' αυγ μου μελαν, ουδ τα πουλι μου μαρα.

Εγ, πουλ μ' , διψ για αματα, εγ διψ για λσια.

βγα ψηλ στον Κζιακα, ψηλ στο Κορφοβονι

κι αγνντεψε τη Λιβαδει, το δλιο Μεσολγγι,

να ιδες κορμι τ' απστωμα παλικρια ξαπλωμνα.

 

Η λακ μοσα κλαψε τον πρωτεργτη της μυνας του Μεσολογγιο Θανση Ραζηκτσικα με τον περιπαθ στχο:

Παιδι μ, μας λεπει ο Κτσικας, μας λεπει ο αρχηγς μας. 

ΠΗΓΑΙΝΕ ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ

Οι Ελεθεροι πολιορκημνοι του Δ. Σολωμο

Ο Εθνικς μας ποιητς, ο Δ. Σολωμς<  μνησε τον αγνα των πολιορκημνων (Απρλιος 1825) του Μεσολογγου με το ργο του Ελεθεροι Πολιορκημνοι.

Παρακτω παραθτουμε και τα τρα σχεδισματα αυτο του ργου.

Μελετστε τα και αποκτστε συνεδηση Ιστορας!

 

Διονσιος Σολωμς

Οι Eλεθεροι Πολιορκημνοι, σχεδασμα Α

Tτες εταραχτκανε τα σωθικ μου και λεγα πως ρθε ρα να ξεψυχσω· κι’ ευρθηκα σε σκοτειν τπο και βροντερ, που εσκιρτοσε σαν κλων στρι στο μλο που αλθει ογλγορα, ωσν το χχλο στο νερ που αναβρζει· εττες εκατλαβα πως εκενο τανε το Mεσολγγι· αλλ δεν βλεπα μτε το κστρο, μτε το στρατπεδο, μτε τη λμνη, μτε τη θλασσα, μτε τη γη που επτουνα, μτε τον ουραν· εκατασκπαζε λα τα πντα μαυρλα και πσσα, γιομτη λμψη, βροντ και αστροπελκι· και ψωσα τα χρια μου και τα μτια μου να κμω δηση, και ιδο μες στην καπνλα μα μεγλη γυνακα με φρεμα μαρο σαν του λαγο το αμα, οπο η σπθα γγιζε κι’ εσβεντουνε· και με φων που μου εφανονταν πως νικει την ταραχ του πολμου ρχισε:
«Tο χραμα επρα
Tου λιου το δρμο,
Kρεμντας τη λρα
Tη δκαιη στον μο,
Kι’ απ’ που χαρζει
ς που βυθ,
Tα μτια μου δεν εδαν τπον ενδοξτερον απ τοτο το αλωνκι.»

2. Παρμερα στκει
O ντρας και κλαει·
Aργ το τουφκι
Σηκνει και λει:
«Σε τοτο το χρι
Tι κνεις εσ;
O εχθρς μου το ξρει
Πως μου εσαι βαρ.»

Tης μνας ω λαρα!
Tα τκνα τριγρου
Φθαρμνα και μαρα
Σαν σκιους ονερου·
Λαλε το πουλκι
Στου πνου τη γη
Kαι βρσκει σπυρκι
Kαι μνα φθονε.

3. Γρικον να ταρζη
Tου εχθρο τον αρα
Mιαν λλη, που μοιζει
T’ αντλαλου πρα·

Kαι ξφνου πετιται
Mε τρμου λαλι·
Πολληρα γρικιται,
Kι’ ο κσμος βροντ.

4. Aμριμνον ντας
T’ Aρπη το στμα
Σφυρζει, περνντας
Στου Mρκου το χμα·

Διαβανει, κι’ αγλι
Ξαπλνετ’ εκε
Που εβγκ’ η μεγλη
Tου Mπιρον ψυχ.

5. Προβανει και κρζει
Tα θνη σκιασμνα.

6. Kαι ω πενα και φρκη!
Δε σκοζει σκυλ!

7. Kαι η μρα προβανει,
Tα νφια συντρβει·
N, η νχτα που βγανει
Kι’ αστρι δεν κρβει.

Διονσιος Σολωμς

Οι Eλεθεροι Πολιορκημνοι, σχεδασμα B

κρα του τφου σιωπ στον κμπο βασιλεει·
Λαλε πουλ, παρνει σπυρ, κι’ η μνα το ζηλεει.
Tα μτια η πενα εμαρισε· στα μτια η μνα μνει·
Στκει ο Σουλιτης ο καλς παρμερα και κλαει:
«ρμο τουφκι σκοτειν, τ σ’ χω γω στο χρι;
Oπο συ μογινες βαρ κι’ ο Aγαρηνς το ξρει.»

2. Tο Mεσολγγι πεσε την νοιξη· ο ποιητς παραστανει την Φση, εις τη στιγμ που εναι ωραιτερη, ως μα δναμη, η οποα, με λα τ’ λλα και υλικ και ηθικ ενντια, προσπαθε να δειλιση τους πολιορκημνους· ιδο οι Στοχασμο του ποιητ:

H ζω που αναστανεται με λες της τες χαρς, αναβρζοντας ολοθε, να, λαχταριστ, περιχυνμενη εις λα τα ντα· η ζω ακραιη, απ’ λα της φσης τα μρη, θλει να καταβλη την ανθρπινη ψυχ· θλασσα, γη, ουρανς, συγχωνευμνα, επιφνεια και βθος συγχωνευμνα, τα οποα πλι πολιορκον την ανθρπινη φση στην επιφνεια και εις το βθος της.
H ωραιτης της φσης, που τους περιτριγυρζει, αυξανει εις τους εχθρος την ανυπομονησα να προυν τη χαριτωμνη γη, και εις τους πολιορκημνους τον πνο τι θα τη χσουν.

O Aπρλης με τον ρωτα χορεουν και γελονε,
Kι’ σ’ νθια βγανουν και καρπο τσ’ ρματα σε κλειονε.

Λευκ βουνκι πρβατα κινομενο βελζει,
Kαι μες στη θλασσα βαθι ξαναπετιται πλι,
Kι’ ολλευκο εσσμιξε με τ’ ουρανο τα κλλη.
Kαι μες στης λμνης τα νερ, π’ φθασε μ’ ασποδα,
παιξε με τον σκιο της γαλζια πεταλοδα,
Που ευδιασε τον πνο της μσα στον γριο κρνο·
Tο σκουληκκι βρσκεται σ’ ρα γλυκι κι’ εκενο.
Mγεμα η φσις κι’ νειρο στην ομορφι και χρη,
H μαρη πτρα ολχρυση και το ξερ χορτρι·
Mε χλιες βρσες χνεται, με χλιες γλσσες κρανει·
ποιος πεθνη σμερα χλιες φορς πεθανει.

Tρμ’ η ψυχ και ξαστοχ γλυκ τον εαυτ της.

3. Eν ακοεται το μαγευτικ τραγοδι της νοιξης, οπο κινδυνεει να ξυπνση εις τους πολιορκημνους την αγπη της ζως τσον, στε να ολιγοστψη η αντρεα τους, νας των Eλλνων πολεμρχων σαλπζει κρζοντας τους λλους εις συμβολιο, και η σβημνη κλαγγ, οπο βγανει μσ’ απ το αδυνατισμνο στθος του, φθνοντας εις το εχθρικ στρατπεδο παρακινε ναν Aρπη να κμη ,τι περιγρφουν οι στχοι 4-12.

«Σλπιγγα, κψ’ του τραγουδιο τα μγια με βα,
Γυναικς, γροντος, παιδιο, μη κψουν την αντρεα.»

Xαμνη, αλμονον! κι’ οκν τη σλπιγγα γρικει·
Aλλ πς φθνει στον εχθρ και κθ’ ηχ ξυπνει;
Γλιο στο σκρπιο στρτευμα σφοδρ γεννοβολιται,
Kι’ η περιπαχτρα σλπιγγα μεσουρανς πετιται·
Kαι με χαρομενη πνο το στθος το χορττο,
T’ αρθυμο, το δυνατ, κι’ λο ψυχς γιομτο,
Bαρντας γρου ολγυρα, ολγυρα και πρα,
Tον μορφο τρικμισε και ξστερον αρα·
Tλος μακρι σρνει λαλι, σαν το πεσομεν’ στρο,
Tραν λαλι, τρμου λαλι, ρητ κατ το κστρο.

4. Mλις παυσε το σλπισμα ο Aρπης, μα μυριφωνη βο ακοεται εις το εχθρικ στρατπεδο, και η βγλα του κστρου, αχν σαν το χρο, λει των Eλλνων: «Mπανει ο εχθρικς στλος.» Tο πυκν δσος μεινε ακνητο εις τα νερ, που η ελπδα απντεχε να ιδ τα φιλικ καρβια. Tτε ο εχθρς εξανανωσε την κραυγ, και εις αυτν αντιβησαν οι νεφθαστοι μσ’ απ τα καρβια. Mετ τατα μα ακατπαυτη βροντ κανε τον αρα να τρμη πολλ ρα, και εις αυτ την τρικυμα

H μαρη γη σκιρτ ως χοχλ μες στο νερ που βρζει.

ως εκενη τη στιγμ οι πολιορκημνοι εχαν υπομενει πολλος αγνες με κποιαν ελπδα να φθση ο φιλικς στλος και να συντρψη σως τον σιδερνιο κκλο οπο τους περιζνει· τρα οπο χασαν κθε ελπδα, και ο εχθρς τος τζει να τους χαρση τη ζω αν αλλαξοπιστσουν, η υστεριν τους αντσταση τους αποδεχνει Mρτυρες.

5. Στην πεισμωμνη μχη
Σφδρα σκιρτον μακρι πολ τα πλαγα κι’ οι βρχοι,
Kαι τα γλυκοχαρματα, και μες στα μεσημρια,
Kι’ ταν θολσουν τα νερ, κι’ ταν εβγον τ’ αστρια.
Φοβονται γρου τα νησι, παρακαλον και κλανε,
Kι’ οι ξνοι νακληροι μακρι πικρανονται και λνε:
«Aραπις τι, Γλλου νους, σπαθ Tουρκις μολβι,
Πλαγο μγα βρζ’ ο εχθρς προς το φτωχ καλβι.»

6. νας πολμαρχος ξφνου απομακρανεται απ τον κκλο, που εναι συναγμνοι εις συμβολιο για το γιουροσι, γιατ τον επλκωσε η ενθμηση, τρομερ εις εκενη την ρα της κρας δυστυχας, τι εις εκενο το διο μρος, εις τες λαμπρς ημρες της νκης, εχε πσει κοπιασμνος απ τον πολεμικ αγνα, και αυτο επρωτκουσε, απ τα χελη της αγαπημνης του, τον αντλαλο της δξας του, οποα ως ττε εχε μενει γνωστη εις την απλ και ταπειν ψυχ του.

Mακρι απ’ π’ τα’ αντστροφος κι’ ακνητος εστθη·
Mνε σφοδρ βροντοκοπον τ’ αρματωμνα στθη·
«Eκε ’ρθε το χρυστερο απ τα ονερατ μου·
Mε τ’ ρματ’ λα βρντησα τυφλς του κπου χμου.
Φων ’πε O δρμος σου γλυκς και μοσχοβολισμνος·
Στην κεφαλ σου κρμεται, ο λιος μαγεμνος·
Παλληκαρ και μορφονι, γεια σου, Kαλ, χαρ σου!
κου! νησι, στερις της γης, εμθαν τ’ νομ σου.
Tοτος, αχ! πο ’ν’ ο δοξαστς κι’ η θεκι θωρι του;
H αγκλη μ’ τρεμ’ ανοιχτ κατ τα γνατ του.
ριξε χμου τα χαρτι με τς εδησες του κσμου
H κορασι τρεμμενη
Xαρ τς σβηε τη φων πον’ τρα αποσβημνη·
με, χρυσ’ νειρο, και συ με τη σαβανωμνη.
Eδ ’ναι χρεα να κατεβ, να σφξω το σπαθ μου,
Πριν λοι χσουν τη ζω, κι’ εγ’ λη την πνο μου·
Tα λγα απομεινρια της πενας και τς αντρεας,

Γκλφι να τχω στο πλευρ και να τα βγλω πρα,
Που μ’ κραξαν μ’ απαντοχ, φλο, αδελφ, πατρα·
Δρμ’ αστραφτ να σχσω τους σ’ εχθρος καλ θρεμμνους,
Σ’ εχθρος πολλος, πολλ’ ξιους, πολλ φαρμακωμνους·
Nα μενης, χμα πατρικ, για μισητ ποδρι·
H μαρη πτρα σου χρυσ και το ξερ χορτρι.»

«Θρες ανοξτ’ ολχρυσες για την γλυκιν ελπδα.»

7. Kρυφ χαρ ’στραψε σ’ εσ· κτι καλ ’χει ο νους σου·
Πες, να το ξεμυστηρευτς θες τ’ αδελφοποιτο σου;
Ψυχ μεγλη και γλυκι, μετ χαρς σ’ το λω:
Θαυμζω τες γυνακες μας και στ’ νομ τους μνω.

Eφοβθηκα κποτε μη δειλισουν και τες επαρατρησα αδικοπα,

Για η δναμη δεν εν’ σ’ αυτς σια με τ’ λλα δρα.

Aπψε, εν εχαν τα παρθυρα ανοιχτ για τη δροσι, μα απ’ αυτς, η νετερη, επγε να τα κλεση, αλλ μα λλη της επε: «χι, παιδ μου· φησε νμπη η μυρωδι απ τα φαγητ· εναι χρεα να συνηθσουμε·

Mεγλο πρμα η υπομον!
Aχ! μας την πεμψε ο Θες· κλει θησαυρος κι’ εκενη.

Eμες πρπει να χουμε υπομον, αν και ρχονταν οι μυρωδις.

Aπ’ σα δν’ η θλασσα, απ’ σ’ η γη, ο αρας.»

Kι’ τσι λγοντας εματνοιξε το παρθυρο, και η πολλ μυρωδι των αρωμτων εχυντουν μσα κι’ εγιμισε το δωμτιο. Kαι η πρτη επε: «Kαι το αερκι μς πολεμει.» Mα λλη στεκε σιμ εις το ετοιμοθνατο παιδ της,

Kι’ φ’σε το χρι του παιδιο κι’ εσπασε λιγκι,
Kαι ξφνου της εφνηκε στο στμα το βαμπκι.

Kαι λλη επε χαμογελντας, να διηγηθ καθεμα τ’ νειρ της,

Kι’ λες εφναξαν μαζ κι’ επαν πως εδαν να.
Kι’ ,τι αποφσισαν μαζ να πουν τα ονερατ τους,
Eπα να ιδ τη γνμη τους στην υπνοφαντασι τους.

Kαι μα επε: «Mου εφανοτουν τι λοι εμες, ντρες και γυνακες, παιδι και γροι, μαστε ποτμια, ποια μικρ, ποια μεγλα, κι’ ετρχαμε ανμεσα εις τπους φωτεινος, εις τπους σκοτεινος, σε λαγκδια, σε γκρεμος, απνου κτου, κι’ πειτα εφθναμε μαζ στη θλασσα με πολλ ορμ,

Kαι μες στη θλασσα γλυκ βαστοσαν τα νερ μας.»

Kαι μα δετερη επε:

«Eγ ’δα δφνες.Kι εγ φως
Kι’ εγ σ’ φωτι μιαν μορφη π’ αστρφταν τα μαλλι της.»

Kαι αφο λες εδιηγθηκαν τα ονερατ τους, εκενη ποχε το παιδ ετοιμοθνατο επε: «Iδς, και εις τα ονερατα ομογνωμομε, καθς εις τη θληση και εις λα τ’ λλα ργα.» Kαι λες οι λλες εσυμφνησαν κι’ ετριγρισαν με αγπη το παιδ της ποχε ξεψυχσει.

           Iδο, αυτς οι γυνακες φρνονται θαυμαστ· αυτς εναι μεγαλψυχες, και λνε τι μαθανουν απ μας· δε δειλιζουν, μολοντι τους επρθηκε η ελπδα που εχαν να γεννσουν τκνα για τη δξα και για την ευτυχα. Eμες λοιπν μπορομε να μθουμε απ’ αυτς και να τες λατρεουμε ως την στερην ρα. Πες μου και συ τρα γιατ εχθς, στερ’ απ το συμβολιο, εν εστεκμαστε σιωπηλο, απομακρνθηκες ταραγμνος·

Nα μου το πης να τχω γω γκολφισταυρ στον δη.

Eχαμογλασε πικρ κι’ ολοθενε κοιτζει·
Kι’ ανε πολ τα βλφαρα τα δκρυα να βαστξουν.

8. Παραστανεται ο Iμπραμ Πασς συλλογιζμενος τη σημαντικτητα της γης, την οποα θλει να κυριψη, και τον πνο και την εντροπ του αν δεν το κατορθση.

Kαθς εκε στην Aραπι
Xνεται ανερα το σκυλ της δψας λυσσιασμνο.

Mες στην ψυχ την αγρικ σα σπθα στη φωτι της.

Kαι συχν τοπ’ η αρθυμη και τρσβαθη ψυχ του:

«Kμποι, βουν καρπφορα, και λμνη ωραα και πλοσια.»

«Σ’ τουφκι αλλξαν και σπαθ το δχτυ και τ’ αγκστρι.»

«Mνα καλ παλληκαριν, και κμε τη δικ σου.»

«Aινια θελ’ τανε ο πνος κι’ η ντροπ μου.»

9. Eτοτ’ εν’ στερη νυχτι· λα τ’ αστρια βγνει·
Oλονυχτς ανβαινε η δηση, το λιβνι.

O Aρπης, τραβηγμνος απ τη μυρωδι που εσκορποσε το θυμαμα, περεργος και ανυπμονος, με βιαστικ πατματα πλησιζει εις το τεχος,

Kαι απνου, ανγκη φοβερ! σκυλ δεν του ’λυχτει.

Kαι ακροζεται· αλλ τη νυχτικ γαλνη δεν αντσκοβε μτε φων, μτε κλψα, μτε αναστεναγμς· θελε πης τι εχε πασει η ζω· οι ρωες εναι ενωμνοι και, μσα τους, λγια λνε

Για την αιωνιτητα, που μλις τα χωρει·
Στα μτια και στο πρσωπο φανοντ’ οι στοχασμο τους·
Tους λει μεγλα και πολλ η τρσβαθη ψυχ τους.
Aγπη κι’ ρωτας καλο τα σπλχνα τους τινζουν·
Tα σπλχνα τους κι’ η θλασσα ποτ δεν ησυχζουν·
Γλυκι κι’ ελεθερ’ η ψυχ σα ντανε βγαλμνη,
Kι’ υψναν με χαμγελο την ψη τη φθαρμνη.

10. Aφο καψαν τα κρεβτια, οι γυνακες παρακαλον τους ντρες να τες αφσουν να κμουνε αντμα, εις το σπλαιο, την υστεριν δηση. Mι’ απ’ αυτς, η γερονττερη, μιλε για τες λλες: «κουσε, παιδ μου, και τοτο απ το στμα μου,

Πομ’ λη κτου απ τη γη κι’ να μπουτσονι απ’ ξω.
Oρκζουν σε στη στχτ’ αυτ
Kαι στα κρεβτια τ’ τυχα με το σεμν στεφνι·
N’ αφστε σς παρακαλον να τρξουμε σ’ εκενο,
Nα κμουμ’ μα το στερν χαιρετισμ και θρνο.»

Kι’ επειδ εκενος αργοσε ολγο να δση την απκριση,

λες στη γη τα γνατα εχτπησαν ομπρς του,
Kι’ εβστααν λες κατ’ αυτν τη χοφτα σηκωμνη,
Kαι με πικρ χαμγελο την ψη τη φθαρμνη,
Σα νθελ’ σπλαχνα ο Θες βρξη ψωμ σ’ εκενες.

11. Oι γυνακες, εις τες οποες ως ττε εχε φαν μοια μεγαλοψυχα με τους ντρες, ταν δονται και αυτς, δειλιζουν λιγκι και κλανε· θεν προχωρε η Πρξη· διτι λα τα φερσματα των γυναικν αντιχτυπον εις την καρδι των πολεμιστδων, και αυτ εναι η υστεριν εξωτερικ δναμη που τους καταπολεμει, απ την οποαν, ως απ’ λες τες λλες, αυτο βγανουν ελεθεροι.

12. Eναι προσωποποιημνη η Πατρδα, η Mεγλη Mητρα, θενθρωπη, στε να αισθνεται λα τα παθματα, και καθαρζοντς τα εις τη μεγλη ψυχ της να αναπνη την Παρδεισο·

Πολλς πληγς κι’ εγλκαναν γιατ’ σταξ’ αγιομρος.

Mνει γρυπνη μρα και νχτα, καρτερντας το τλος του αγνος· δεν τα φοβται τα παιδι της μη δειλισουν· εις τα μτια της εναι φανερ τα πλον απκρυφα της ψυχς τους·

Στου τκνου σρριζα το νου, Θεο της μνας μτι·
Λγο, ργο, νημα
Aπ το πρτο μλημα στον αγγελοκρουμ του.

Για τοτο αυτ εναι

συχη για τη γνμη τους, αλλ’ χι για τη Mορα,
Kαι μες στην τρσβαθη ψυχ ο πνος τς ’πλημμρα,

Eπειδ βλπει τον εχθρν σπονδον, πονον απ το πολ πεσμα, και καταλαβανει τι αν το λεος χυνε μες στα σπλχνα του λους τους θησαυρος του, τοτοι

Tριαντφυλλ ’ναι θεκ στην κλαση πεσμνα.

13. Mνουν οι Mρτυρες με τα μτια προσηλωμνα εις την ανατολ, να φξη για νβγουνε στο γιουροσι, και η φοβερ αυγ,

Mνσθητι, Kριε εναι κοντ· Mνσθητι, Kριε εφνη!

Eπψαν τα φιλι στη γη
Στα στθια και στο πρσωπο, στα χρια και στα πδια.

Mα φοχτα χμα να κρατ και να σωθ μ’ εκενο.

Iδο, σεισμς και βροντισμς, κι’ εβστουναν ακμα,
Που ο κκλος φθνει ο φοβερς με τον αφρ στο στμα,
Kι’ εσχσθη αμσως, κι’ βαλε στης Mνας τα ποδρια
Tης πενας και του . . . . . τα λγα απομεινρια·
T’ απομεινρια ανγγιαγα και κατατρομασμνα,
Tα γνατα και τα σπαθι τα ματοκυλισμνα.

14. Tο μτι μου τρεχε ρονι κι’ ομπρς του δεν εθρα,
Kι’ χασα αυτ το θεκ πρσωπο για πολλ ρα,
Π’ στραψε γλιο αθνατο, παιγνδι της χαρς του,
Στο φως της καλοσνης του, στο φως της ομορφις του.

15. χε σες χ’ η Aνατολ κι’ σες ευχς η Δση.

16. M’ λον που ττ’ ασλευτος στο νου μ’ ο νιος εστθη,
Kι’ εχε τον λιο πρσωπο και το φεγγρι στθη.

17. Kι’ νθιζε μσα μου η ζω μ’ λα τα πλοτια πχει.

18. Συχν τα στθια εκορασα, ποτ την καλοσνη.

19. O υις σου κρνος με δροσι φεγγαροστολισμνος.

20. Στον πνο της μουρμοριζε την κλψα της τρυγνας.


21.
Aνξιε δολε του Xριστο, κτου τα γνατ σου.

22. Για κοτα κει χσμα σεισμο βαθι στον τοχο πρα, Kαι βγανουν νθια πλουμιστ και τρμουν στον αρα· Λολουδα μρια, που καλον χρυσ μελισσολι, σπρα, γαλζια, κκκινα, και κρβουνε τη χλη.

23. Xιλιδες χοι αμτρητοι, πολ βαθι στη χτση·
H Aνατολ τ’ αρχναγε κι’ ετλειων το η Δση.
Kποι απ την Aνατολ κι’ απ τη Δση κποι·
Kθ’ χος εχε και χαρ, κθε χαρ κι’ αγπη.

24. Kνε σιμ κι’ εναι ψιλς, κνε βαρις και πρα,
Σαν του Mαο τες ευωδις γιομζαν τον αρα.

25. H ψη ομπρς μου φανεται, και μες στη θλασσ’ χι,
μορφη ως εναι τ’ νειρο μ’ λα τα μγια πχει.

26. Xρυσ’ νειρο ηθλησε το πλαγο ν’ αφση,
Tο πλαγο, που πτουνε χωρς να το συγχση.

27. Kι’ φυγε το χρυσ’ νειρο ως φεγουν λα τ’ λλα.

28. ταν με σνα τρεις χαρς στην πκρα φυτρωμνες,
μως για μνα στη χαρ τρεις πκρες ριζωμνες.

29. λοι σαν νας, ναι, χτυπον, μως εσ σαν λους.

30. Tου πνου εστρψαν οι πηγς απ το σωθικ μου,
στρωσ’ ο νους, κι’ ανβηκα πλι στον εαυτ μου.

31. Tο γλυκ σπτι της ζως ποχε χαρ και δξα.

32. Παρπονο χαμς καιρο σ’ ,τι κανες κι’ α χση.

33. Xαρ στα μτια μου να ιδ τα πολυαγαπημνα,
Που μδειξε σκληρ’ νειρο στο σβανο κλεισμνα.

34. Kαι μετ βας
T μστειλες, χρυσοπηγ της Παντοδυναμας;

35. στρωσ’, εδχθ’ η θλασσα ντρες ριψοκινδνους,
Kι’ εδχθηκε στα βθη τους τον ουραν κι’ εκενους.

36. Πντ’ ανοιχτ, πντ’ γρυπνα, τα μτια της ψυχς μου.

37. Oπον’ ερμι και σκοτεινι και του θαντου σπτι.

38. Tο πολιορκομενο Mεσολγγι χει τριγρου χντακα,
Πφαγε κκαλο πολ του Tορκου και τ’ Aρπη.

39. Xθες πρωτοχρηκε το φως και τον γλυκν αρα.

40. Πλι μου ξπασε τ’ αυτ γλυκις φωνς αγρας,
Kι’ πλασε τ’ στρο της νυχτς και τ’ στρο της ημρας.

41. Oλγο φως και μακριν σε μγα σκτος κι’ ρμο.

42. Kι’ που η βουλ τους συφορ, κι’ που το πδι χρος.

43. Σε βυθ πφτει απ βυθ ως που δεν ταν λλος·
Eκεθ’ εβγκε ανκητος.

44. Φως που πατε χαρομενο τον δη και το χρο.

45. O αριθμς του εχθρο,
Tσ’ στρα δεν εγνρισεν ο τρσβαθος αιθρας.

46. H Eλπδα περνει απ φριχτν ερημα με
Tα χρυσοπρσινα φτερ γιομτα λουλουδκια.

47. Xνονται τ’ νθη τα πολλ, ποχ’ σπρα με τα φλλα.

48. Για να μου ξεμυστηρευθ τα αινγματα τα θεα.

49. Σ’ ελγχ’ η πτρα που κρατες και κλει φων κι’ αυτνη.

50. Mες στ’ γιο Bμα της ψυχς.

51. H δναμ σου πλαγο κι’ η θλησ μου βρχος.

52. Στον κσμο τοτον χνεται και σ’ λλους κσμους φθνει.

53. Mε φουσκωμνα τα πανι περφανα κι’ ωραα.

54. Πολλο ’ν’ οι δρμοι πχει ο νους.

55. H βο του εχθρικο στρατπεδου παρομοιζεται με τον νεμο,
Oπο περνει το πλαγο και κβεται στο βρχο.

56. Kαι το τριφλλι εχρτασε και το περιπλοκδι,
Kι’ εχρευε κι’ εβλαζε στο φουντωτ λιβδι.

57. Ω γη
O Oυρανς σε προσκαλε κι’ η Kλαση βρυχζει.

58. Kαι με το ροχο ολμαυρο σαν του λαγο το αμα.

59. Kαι τες ατραχες πνος τες πολυαγαπημνες.

60. Oι λληνες, με την ελπδα να φθση ο φιλικς στλος, κοιτζουν τον μακριν ξστερον ορζοντα κι’ εχονται
Nα θλωνε στα μτια τους με κτι που προβανει.

61. Kι’ επτισ μου την ψυχ που χρτασεν αμσως.

 

Διονσιος Σολωμς

Οι Eλεθεροι Πολιορκημνοι, σχεδασμα Γ

1.
Mητρα, μεγαλψυχη στον πνο και στη δξα,
Kι’ αν στο κρυφ μυστριο ζουν πντα τα παιδι σου
Mε λογισμ και μ’ νειρο, τ χρ’ χουν τα μτια,
Tα μτια τοτα, να σ’ ιδον μες στο πανρμο δσος,
Που ξφνου σο τριγρισε τ’ αθνατα ποδρια
(Kοτα) με φλλα της Λαμπρς, με φλλα τ Bανε!
Tο θεκ σου πτημα δεν κουσα, δεν εδα,
Aτραχη σαν ουρανς μ’ λα τα κλλη πχει,
Που μρη τσα φανονται και μρη ’ναι κρυμμνα·
Aλλ, Θε, δεν ημπορ ν’ ακοσω τη φων σου,
Kι’ ευθς εγ τ’ Eλληνικο κσμου να τη χαρσω;
Δξα ’χ’ η μαρη πτρα του και το ξερ χορτρι.

(H Θε απαντει εις τον ποιητ και τον προστζει να ψλη την πολιορκα του Mεσολογγιο).

2.
ργα και λγια, στοχασμο στκομαι και κοιτζω
Λολουδα μρια, πολουδα, που κρβουν το χορτρι,
Kι’ σπρα, γαλζια, κκκινα καλον χρυσ μελσσι.
Eκεθε με τους αδελφος, εδθε με το χρο.
Mες στα χαρματα συχν, και μες στα μεσημρια,
Kαι σα θολσουν τα νερ, και τ’ στρα σα πληθνουν,
Ξφνου σκιρτον οι ακρογιαλις, τα πλαγα κι’ οι βρχοι.
«Aραπις τι, Γλλου νους, βλι Tουρκις, τπ’ γγλου!
Πλαγο μγα πολεμ, βαρε το καλυβκι·
Kι’ αλι! σε λγο ξσκεπα τα λγα στθια μνουν·
Aθνατ ’σαι, που ποτ, βροντ, δεν ησυχζεις;».
Στην πλρη, που σκιρτ, γυρτς, τοτα ’π’ ο ξνος νατης.
Δειλιζουν γρου τα νησι, παρακαλον και κλανε,
Kαι με λιβνια δχεται και φτα τον καημ τους
O σταυροθλωτος νας και το φτωχ ξωκλσι.
Tο μσος μως βγαλε και κενο τη φων του:
«Ψαρο, τ’ αγκστρι π’ φησες, αλλο να ρξης με.»

Mες στα χαρματα συχν, και μες στα μεσημρια,
Kι’ ταν θολσουν τα νερ, κι’ ταν πληθνουν τ’ στρα,
Ξφνου σκιρτον οι ακρογιαλις, τα πλαγα κι’ οι βρχοι.
Γρος μακρι, π’ απθωσε στ’ αγκστρι τη ζω του,
Tο πταξε, τ’ αστχησε, και περιτριγυρνντας:
«Aραπις τι, Γλλου νους, βλι Tουρκις, τπ’ γγλου!
Πλαγο μγ’, αλμονον! βαρε το καλυβκι·
Σε λγην ρα ξσκεπα τα λγα στθη μνουν·
Aθνατ ’σαι, που, βροντ, ποτ δεν ησυχζεις;
Πανερημι της γνρας μου, θλω μ’ εμ να κλψης.»

3.
Δεν τους βαραν’ ο πλεμος, αλλ’ γινε πνο τους,
κι’ εμπδισμα δεν εναι
Στες κορασις να τραγουδον και στα παιδι να παζουν.

4.
Aπ το μαρο σγνεφο κι’ απ τη μαρη πσσα,

Aλλ’ λιος, αλλ’ αρατος αιθρας κοσμοφρος
O στλος φανερνεται, με κτου μαζωμνα
Tα παλληκρια τα καλ, μ’ απνου τη σημαα,
Που μουρμουρζει και μιλε και το Σταυρν απλνει
Παντγυρα στον μορφον αρα της αντρεας,
Kι’ ο ουρανς καμρωνε, κι’ η γη χεροκροτοσε·
Kθε φων κινομενη κατ το φως μιλοσε,
Kι’ εσκρπα τα τρισεγενα λουλοδια της αγπης:
«μορφη, πλοσια, κι’ παρτη, και σεβαστ, κι’ αγα!».

5.
Aπ την πειρην ερμι τα μτια μαθημνα
Xαμογελσαν κι’ στραψαν, κι’ επαν τα μαρα χελη:
«Παιδ, στην πρτα χαρεσαι με τη βο που στρνεις·
Mπροστ, λαγ, στον κυνηγ, κατακαμπς καπνζεις·
Γλρε, στρειδφλουντσα ξερνς, αφρ, σαλιγκοκακι.»
Kαι τρα δα, τ’ αρθυμο πτημ’ αργοπορντας,
Kατ το κστρο το μικρ πλε κοιτ, και σφγγει,
Σφγγει στεν τη σπθη του στο λαβωμνο στθος,
Π’ αγρκα μσα την καρδι μεγλη και τη θλψη.

6.
O Πειρασμς
στησ’ ο ρωτας χορ με τον ξανθν Aπρλη,
Kι’ η φσις ηρε την καλ και τη γλυκι της ρα,
Kαι μες στη σκι που φοντωσε και κλει δροσις και μσχους
Aνκουστος κιλαδισμς και λιποθυμισμνος.
Nερ καθρια και γλυκ, νερ χαριτωμνα,
Xνονται μες στην βυσσο τη μοσχοβολισμνη,
Kαι παρνουνε το μσχο της, κι’ αφνουν τη δροσι τους,
Kι’ ολα στον λιο δεχνοντας τα πλοτια της πηγς τους,
Tρχουν εδ, τρχουν εκε, και κνουν σαν αηδνια.
ξ’ αναβρζει κι’ η ζω, σ’ γη, σ’ ουραν, σε κμα.
Aλλ στης λμνης το νερ, π’ ακνητ ’ναι κι σπρο,
Aκνητ’ που κι’ αν ιδς, και κτασπρ’ ς τον πτο,
Mε μικρν σκιον γνωρον παιξ’ η πεταλοδα,
Που ’χ’ ευωδσει τς πνους της μσα στον γριο κρνο.
Aλαφροσκιωτε καλ, για πες απψε τ ’δες·
Nχτα γιομτη θαματα, νχτα σπαρμνη μγια!
Xωρς ποσς γης, ουρανς και θλασσα να πννε,
Oυδ’ σο κν’ η μλισσα κοντ στο λουλουδκι,
Γρου σε κτι ατραχο π’ ασπρζει μες στη λμνη,
Mονχο ανακατθηκε το στρογγυλ φεγγρι,
Kι’ μορφη βγανει κορασι ντυμνη με το φως του.

7.
ρμα ’ν’ τα μτια, που καλες, χρυσ ζως αρα.

8.
Eις το ποημα ν’ απ τα σημαντικτερα πρσωπα ταν μα κρη, ορφαν, την οποαν οι λλες πλον ηλικιωμνες γυνακες εχαν αναθρψει και την αγαποσαν λες ως θυγατρα τους. Πφτει εις τον πλεμον νας των ενδοξοτρων αγωνιστδων, τον οποον αυτ εχε αγαπσει εις τον καιρν της ευτυχας· στε απ το κρο της ελπδας η καρδι της βυθζεται εις την λπη· ευρσκει μως παρηγορα κοιτζοντας τ’ αγαπημνα πρσωπα και το υψηλ παρδειγμα των λλων γυναικν. Aυτ αρκον να διαφωτσουν οπωσδποτε τοτο το κομμτι, εις το οποον η ενθουσιασμνη να στρφεται νοερς προς τον γγελο, τον οποον εδε στ’ νειρ της να της προσφρη τα φτερ του· γυρζει πειτα προς τες γυνακες να τους ειπ, τι αυτ τα θλει τα φτερ πραγματικς, αλλ’ χι για να φγη, αλλ για να τα κρατ κλεισμνα εκε κοντ τους και να περιμενη μαζ τους την ρα του θαντου. Mετ τατα ανατρχει η φαντασα της εις λλα περασμνα· πς την επαρηγοροσαν, εν εκετετο ρρωστη, «οι ατραχες πνος οι πολυαγαπημνες» των λλων γυναικν οπο εκοιμονταν κοντ της· και τλος πς εχε ιδε τον νον να χορεη, εις τη χαρμσυνη ημρα της νκης.

γγελε, μνον στ’ νειρο μου δνεις τα φτερ σου;
Στ’ νομ’ Aυτο που σ’ τπλασε, τ’ αγγει τς ερμις τα θλει.
Iδο, που τα σφυροκοπ στον ανοιχτν αρα,
Xωρς φιλ, χαιρετισμ, ματι, βασλισσς μου!
Tα θλω γω, να τχω γω, να τα κρατ κλεισμνα,
Eδ π’ αγπης τρχουνε βρσες χαριτωμνες.
Kι’ κουα που ’λγετε: «Πουλ, γλυκι πον’ η φων σου!»
Aηδονολλειε στθος μου, πριν το σπαθ σε σχση·
Kαλς πνος παρηγορι στη βαρι νχτα κι’ ρμη·
Mε σας να πσω στο σπαθ, κι’ μποτε νμαι πρτη!
Tο στραβ φσι στο χορ τ’ νθια στ’ αυτ στολζει,
Tα μτια δεχνουν ρωτα για τον απνου κσμο,
Kαι στη θωρι του εν’ μορφο το φως και μαγεμνο!

9.
Tα σπλχνα μου κι’ η θλασσα ποτ δεν ησυχζουν,
Kι’ σα νθια θρφει και καρπος τσ’ ρματα σε κλειονε.

10.
Φεγω τ’ αλγου την ορμ και του σπαθιο τον τρμο.
T’ ονερου μταια πιθυμι, κι’ νειρο αυτ ’ν’ η δια!
Eγρισε η παρξενη του κσμου ταξιδετρα,
Mοπε με θεο χαμγελο βρεμνο μ’ να δκρυ:
Kψ’ το νερ στη μνα του, μπσ’ το στο περιβλι,
Στο περιβλι της ψυχς το μοσχαναθρεμμνο.

11.
Mα των γυναικν προσφεγει εις το στοχασμ του θαντου ως μνη σωτηρα της με τη χαρ την οποαν αισθνεται το πουλκι,

Oπο ’δε σκις παρδεισο και την χαιρετει
Mε του φτερο το σλαγο και με κανναν χο,

εις τη στιγμν οπο εναι κοπιασμνο απ μακριν ταξδι, εις τη φλγα καλοκαιρινο λιου.

12.
Kαι βλπω πρα τα παιδι και τες αντρογυνακες
Γρου στη φλγα π’ ναψαν, και θλιβερ τη θρψαν
M’ αγαπημνα πρματα και με σεμν κρεβτια,
Aκνητες, αστναχτες, δχως να ρξουν δκρυ·
Kαι γγζ’ η σπθα τα μαλλι και τα λιωμνα ροχα·
Γλγορα, στχτη, να φανς, οι φοχτες να γιομσουν.

13.
Eν’ τοιμα στην σπονδη πλημρα των αρμτων
Δρμο να σχσουν τα σπαθι, κι’ ελεθεροι να μενουν
Eκεθε με τους αδελφος, εδθε με το χρο.

14.
(Mα γυνακα εις το γιουροσι)
Tουφκια τορκικα σπαθι!
Tο ξεροκλαμο περν.

15.
Σαν λιος οπο ξφνου σκει πυκν και μαρα νφη,
T’ ρος βαρε κατραχα και σπτια ιδς στη χλη.

ΠΗΓΑΙΝΕ ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ

- Video

 

ΠΗΓΑΙΝΕ ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ

- . - ܻ

 

ΠΗΓΑΙΝΕ ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ

- . -

 

ΠΗΓΑΙΝΕ ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ

- . -

ΠΗΓΑΙΝΕ ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ

- . -

ΠΗΓΑΙΝΕ ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ

 

- . - '

ΠΗΓΑΙΝΕ ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ

 

- . -

ΠΗΓΑΙΝΕ ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ

 

- . -

ΠΗΓΑΙΝΕ ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ

 

- . - ܻ

ΠΗΓΑΙΝΕ ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ

 

- - :

ΠΗΓΑΙΝΕ ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ

 

- - - :

ΠΗΓΑΙΝΕ ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ