ΕΔΕ: Oι δικαστικές ενώσεις είναι οι μόνες αρμόδιες για τα μισθολογικά – Η απάντηση των επικεφαλής των ανωτάτων δικαστηρίων

0

Την έντονη αντίθεση τους στην πρόταση της κυβέρνησης, έτσι όπως αναπτύχθηκε από τον πρωθυπουργό κατά τη χθεσινή συνάντηση του με την ηγεσία της δικαιοσύνης, για αυξήσεις σε υψηλόβαθμους δικαστικούς, εκφράζει με ανακοίνωση της η Ενωση Δικαστών και Εισαγγελέων (ΕΔΕ).

Η Ένωση των δικαστικών λειτουργών της ποινικής και πολιτικής δικαιοσύνης μεταξύ άλλων σημειώνει ότι είναι έξω από τη φύση και τη δομή του δικαστικού σώματος, η δημιουργία δικαστών δύο ταχυτήτων, ενώ παράλληλα τονίζει ότι οι δικαστικές ενώσεις εκ του συντάγματος είναι οι μόνες αρμόδιες να συζητούν μισθολογικά θέματα και όχι η ηγεσία της δικαιοσύνης.

Μάλιστα προσθέτει πως έχει ζητήσει όπως και οι λοιπές δικαστικές ενώσεις, συνάντηση με τον πρωθυπουργό από τον Απρίλιο χωρίς να έχει λάβει απάντηση και σκωπτικά σημειώνει  ότι μετά τη χθεσινή συνάντηση του πρωθυπουργού με την ηγεσία της δικαιοσύνης μπορεί να ικανοποιηθεί και το αίτημα των δικαστικών ενώσεων.

Αναλυτικά η ανακοίνωση της Ενώσεως Δικαστών και Εισαγγελέων:

«Μετά τη χθεσινή συνάντηση του Πρωθυπουργού με τους Προέδρους των Ανωτάτων Δικαστηρίων της Χώρας, η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων εκφράζει την πεποίθησή της, ότι ο Πρωθυπουργός θα κάνει δεκτό το αίτημα των Δικαστικών Ενώσεων, για πραγματοποίηση συνάντησης, το οποίο και έχει υποβληθεί από τον Απρίλιο του 2016. Οι δικαστικές ενώσεις είναι κατά το Σύνταγμα οι μόνες αρμόδιες να εκφράζουν αυθεντικά τη βούληση και τις θέσεις των συναδέλφων τους.
Η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων επισημαίνει, ότι σύμφωνα με αμετάκλητες αποφάσεις του Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου 88 του Συντάγματος, το οποίο αποτελείται κατά πλειοψηφία 2/3 από μη δικαστές, έχουν κριθεί τόσο τα ουσιαστικά όσο και  τα τυπικά θέματα διάρθρωσης του δικαστικού μισθολογίου. Συνεπώς κάθε προσπάθεια δήθεν «εξορθολογισμού» του, η οποία θα έρχεται σε αντίθεση προς τις ανωτέρω αποφάσεις, θα επιφέρει ρήγμα στο ισότιμο και ισόκυρο των εξουσιών και τελικά θα πλήξει βάναυσα την λειτουργία του κράτους δικαίου.
Τονίζουμε ότι έννοιες όπως «προσωπική διαφορά», «μισθολογικό κλιμάκιο», «ειδικό επίδομα θέσης ευθύνης» στην κορυφή της πυραμίδας της Δικαιοσύνης, που δεν υπήρξαν ποτέ αιτήματα των Δικαστικών Ενώσεων,  θα δημιουργήσουν ανεπίτρεπτα Δικαστές δύο κατηγοριών. Οι έννοιες αυτές είναι εντελώς ξένες προς τη φύση του Δικαστικού Λειτουργήματος, τη συνταγματικά κατοχυρωμένη λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία του δικαστικού λειτουργού και έρχονται σε ευθεία αντίθεση προς βασικές συνταγματικές αρχές. Κάθε Δικαστής ανεξάρτητα από το βαθμό που κατέχει χειρίζεται «πολύ κρίσιμα ζητήματα» που αφορούν τη συνταγματική νομιμότητα, την ελευθερία, την τιμή και την περιουσία των πολιτών.»

Η Απάντηση στην κριτική από τους επικεφαλής των ανωτάτων δικαστηρίων

Μετά τις επικρίσεις που δέχθηκαν εντός δικαιοσύνης αλλά και από την Ενωση Δικαστών και Εισαγγελέων για την εμπλοκή τους σε συζητήσεις για τα μισθολογικά των δικαστών, οι επικεφαλής των ανωτάτων δικαστηρίων εξέδωσαν αργά σήμερα το απόγευμα ανακοίνωση με την οποία επιχειρούν να απαντήσουν γιατί πήγαν στο Μέγαρο Μαξίμου και συζήτησαν οικονομικά θέματα των δικαστικών.

Οι πρόεδροι των ανωτάτων δικαστηρίων που υπογράφουν την ανακοίνωση (Βασιλική Θάνου, πρόεδρος του Αρείου Πάγου, Ανδρονίκη Θεοτοκάτου πρόεδρος Ελεγκτικού Συνεδρίου και Νίκος Σακελλαρίου, πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας) επισημαίνουν μεταξύ άλλων ότι «πρώτιστο καθήκον των επικεφαλής των ανωτάτων δικαστηρίων είναι η διαφύλαξη του κύρους και της ανεξαρτησίας των δικαστικών λειτουργών, συνάρτηση της οποίας, ως θεσμικό και όχι ως οικονομικό ζήτημα, αποτελεί και το ύψος του μισθολογίου τους ώστε να εξασφαλίζεται η αξιοπρεπής διαβίωσή τους».

Επίσης αναφέρουν ότι με τον πρωθυπουργό συζήτησαν και άλλα θεσμικά θέματα ενόψει και της αναθεώρησης του συντάγματος ενώ εξαπολύουν επίθεση στα πολιτικά κόμματα που άσκησαν σκληρή κριτική για την εμπλοκή τους σε συζητήσεις περί των μισθολογικών των δικαστικών.

«Η προσπάθεια ορισμένων πολιτικών κομμάτων να εμπλέξουν τα θεσμικά όργανα της δικαιοσύνης σε κομματικά παιχνίδια είναι απαράδεκτη και πρέπει, επιτέλους, να σταματήσει» αναφέρουν οι επικεφαλής των ανωτάτων δικαστηρίων, ενώ καταλήγουν με κριτική για την επικοινωνιακή διαχείριση της συνάντησης τους με τον πρωθυπουργό, υποστηρίζοντας πως «υπήρξε ατυχής και άστοχη».

Αναλυτικά η ανακοίνωση των επικεφαλής των ανωτάτων δικαστηρίων

«Πρώτιστο καθήκον των επικεφαλής των Ανωτάτων Δικαστηρίων είναι η διαφύλαξη του κύρους και της ανεξαρτησίας των Δικαστικών Λειτουργών, συνάρτηση της οποίας, ως θεσμικό και όχι ως οικονομικό ζήτημα, αποτελεί και το ύψος του μισθολογίου τους, ώστε να εξασφαλίζεται η αξιοπρεπής διαβίωσή τους, όπως προβλέπεται από το Σύνταγμα (άρθρ. 88). Συνεπώς, δικαιούνται και υποχρεούνται να εκδηλώνουν ενδιαφέρον και για το εν λόγω θέμα, το οποίο, μαζί με άλλα θεσμικά θέματα που χρήζουν άμεσης επίλυσης για την βελτίωση της ποιότητας και της ταχύτητας στην απονομή της Δικαιοσύνης (αύξηση οργανικών θέσεων, μηχανοργάνωση Δικαστηρίων, συμμόρφωση της Διοίκησης προς τις δικαστικές αποφάσεις) καθώς και θέματα Δικαιοσύνης, που σχετίζονται με την υπό σχεδιασμό αναθεώρηση του Συντάγματος, συζητήθηκαν στην χθεσινή συνάντηση με τον Πρωθυπουργό, μετά από αίτημα των Προέδρων, επ΄ ευκαιρία της έναρξης του νέου δικαστικού έτους και επ΄ ευκαιρία της επικείμενης συνταγματικής αναθεώρησης.
Παρόμοια συνάντηση είχε πραγματοποιηθεί και επί Πρωθυπουργίας κ. Σαμαρά, με τους τότε Προέδρους των Ανωτάτων Δικαστηρίων.
Η προσπάθεια ορισμένων Πολιτικών Κομμάτων να εμπλέξουν τα θεσμικά όργανα της Δικαιοσύνης σε κομματικά παιχνίδια είναι απαράδεκτη και πρέπει, επιτέλους, να σταματήσει. Οι Πρόεδροι των Ανωτάτων Δικαστηρίων και γενικότερα όλοι οι Δικαστικοί Λειτουργοί δεν χρειάζονται υποδείξεις από κανέναν για να εφαρμόσουν το Σύνταγμα και τους Νόμους, χωρίς, βεβαίως να βρίσκονται απομονωμένοι από την κοινωνία και τα προβλήματά της.
Ως εκ τούτου, η επικοινωνιακή διαχείριση της συνάντησης από ορισμένες πλευρές υπήρξε ατυχής και άστοχη

Share.

Comments are closed.